Συζήτηση με τον κατοπινό Άρη και ομιλία με στήριξη στον Κορδάτο.

«…αναπτυσσόταν η σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική διαλεκτική και την ειρηνική ιδιοσυγκρασία»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Η περιπέτεια ενός ανθρώπου του 20ου αιώνα», 1985

Συζήτηση με τον κατοπινό Άρη

Τότε ήταν που ξαναγύρισε ο Θανάσης στη Λαμία, να ξανασάνει και να καταταγεί στο στρατό ως κληρωτός του 1925. Σοβαρός και στοχαστικός, λιγομίλητος και αποφασιστικός. Με ξελαγαρισμένο το μυαλό και με κατασταλαγμένες κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Στην τραπεζαρία του σπιτιού, την ώρα που οι άλλοι έπαιρναν τον απογευματινό ύπνο τους, έπαιρναν και έδιναν οι συζητήσεις ανάμεσα στα δυο αδέρφια. Με ήρεμο τόνο, αλλά και πολλή ζέση, στρέφονταν γύρω από την κοινωνική αθλιότητα και την ανάγκη της αλλαγής, για την κατάλυση της δικτατορίας και την ελευθερία, για τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό. Συμφωνούσαν στα περισσότερα. Αλλά και διαφωνούσαν σε άλλα. Ήταν ένας διάλογος ανάμεσα σε μια επαναστατική συνείδηση και μια μεταρρυθμιστική θέση.

Έπρεπε να αλλάξει όλο το σύστημα της παραγωγής και διανομής των αγαθών υποστήριζε ο πρώτος, για να μπορέσουν οι εργάτες, μαζί τους και όλος ο λαός, να λυθούν από τα δεσμά τους. Πίστευε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μια νέα διαφορετική από την αστική, κοινωνία, με κοινή ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή στην κατανάλωση των προϊόντων. Χρειαζόταν έλεγε, ένα νέο κοινωνικό σύστημα, που καθοδηγούμενο από την εργατική τάξη ως επαναστατική πρωτοπορεία, θα έπαιρνε σε μια πρώτη φάση την εξουσία, θα περνούσε από τον σοσιαλισμό και θα έφθανε τελικά στο κομμουνισμό. Με κύρια χαρακτηριστικά την ανάπτυξη της ειρηινικής παραγωγής και την άνετη στο τέλος ικανοποίηση των αναγκών όλων των ανθρώπων. Ανεξάρτητα από την ατομική του καθενός προσφορά, αυτό θα ήταν εφικτό, αφού θα έλειπαν, σε οικουμενική κλίμακα, οι πολεμικές καταστροφές και οι σπατάλες των εξοπλισμών και της ανενδοίαστης πολυτέλειας.

 Ο δεύτερος δεν το απόστεργε αυτό. Το όραμα του ήταν αρκετά δελεαστικό για τον ίδιον και για κάθε άνθρωπο. Το έβλεπε, όμως, ως ιδανικό, όπου θα έπρεπε να κατατείνουν. Θα γινόταν πραγματικότητα μόνο με μια μακριά πορεία, που θα περνούσε από πολλά εξελικτικά στάδια.

Όχι αντέλεγε ο Θανάσης. Πρέπει να πάψει να εξουσιάζει την οικονομία και την πολιτική η αστική τάξη, πρέπει να πάρει και τα δυο στα χέρια της η εργατική τάξη, για να μπορέσει να γίνει και να διατηρηθεί η ριζική αλλαγή. Αλλιώς, η εκμετάλλευση και η καταπίεση θα συνεχίζονται και οι διάφορες μεταρρυθμίσεις, που θα γίνονται μόνο κάτω από την πίεση των μαζών, θα ξεφτίζουν και θα χρησιμεύουν μόνο για να κράτουν τον σκλάβο στα δεσμά του. Μόνο μια επανάσταση θα σώσει την κατάσταση. Όπως χρειάστηκε να γίνει η αστική επανάσταση για να απαλλαγεί ο κόσμος από τα δεσμά της φεουδαρχίας, έτσι χρειάζεται και σήμερα μια προλεταριακή επανάσταση για να απαλλαγεί ο κόσμος από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατίας. Έτσι μόνο θα λείψουν οι οικονομικές κρίσεις, που τα σπασμένα τα πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Έτσι θα  λείψουν και οι πόλεμοι με τα ποτάμια ανθ΄ρωπινο αίμα που χύνονται από τους λαούς. Έτσι θα βαλεύσει στον κόσμο η ειρήνη, με τους υλικούς και πνευματικούς καρπούς της. Με τον άνθρωπο στο θρόνο του ανθρώπου, ελεύθερο και γεμάτο αδερφοσύνη προς το συνάνθρωπο του.

Βέβαια, όλα αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζονται αγώνες σκληροί για να αποσπαστούν παραχωρήσεις από το κεφάλαιο και για να παρθεί η εξουσίας από το λαό. Χρειάζεται να πεισθούν για τους αγώνες αυτούς οι μάζες που θα τους κάνουν. Αυτές που θα είναι και ο κινητήριος μοχλός για την επαναστατική αλλαγή. Αλλά και τα άτομα δεν παύουν να πάιζουν το ρόλο τους. Μέσα από τις μάζες ξεπετιούνται οι συνειδητοί επαναστάτες. Με τη σειρά τους και αυτοί, οργανωμένοι και συσσωματωμένοι στο επαναστατικό τους κόμμα, επικεφαλής των μαζών και ενωμένοι μ’ αυτές, πρωτοπορούν και φέρνουν σε πέρας την επαναστατική διαδικασία που επιφέρει τη ριζική κοινωνική αλλαγή και την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα κοινωνικά και τα προσωπικά δεσμά του…

Ο Θανάσης μιλούσε με μια εσωτερική φλόγα, που ξεχυνόταν σαν μια λάβα λόγου, θέρμαινε την καρδιά και φτέρωνε το μυαλό. Με μια πίστη και μια ελπίδα, που έλεγες: νάτην, έγινε κιόλας η επανάσταση! Νάτην, έγινε κιόλας η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα ανθρώπινα δεσμά του. Και ίσως να μην είχε και άδικο. Επειδή ο ίδιος είχε κιόλας απαλλαγεί από τα δικά του κοινωνικά και ατομικά δεσμά. Αυτή η απαλλαγή ήταν η μεγάλη εσωτερική του αλλαγή που είχε επέλθει μέσα στο καμίνι των ιδεών και της πρώτης αγωνιστικότητας του. Μέσα από αυτό ξεπηδούσε πλέον σφυρηλατημένος, αλύγιστος, ατσάλινος, άτρωτος, εξαγνισμένος, αποφασισμένος να δώσει ακέριον τον εαυτό του στην ιδέα την τρανή. Εκείνη την ιδέα την τρανή πουν ανυμνούσε το πρώτο τραγούδι της Κόκκινης Πρωτομαγιάς, που τραγουδούσε τη ματωμένη Πρωτομαγιά του 1924 στην Αθήνα. Η ιδέα που «όλο τον κόσμο αγκαλιάζει, πιο ψηλά από τους αστούς, πάνω από σύνορα και νόμους». Αυτή, γαλβάνιζε τους αγωνιστές της εποχής του, και δε μπορεί παρά να γαλβανίζει και τους άλλους ανθρώπους…

Ο Μπάμπης έμενε σιωπηλός και σκεφτικός, δεν πειθόταν εύκολα. Δεν μπορούσε, όμως, και να μην ομολογήσει, πως τα λόγια του αδερφού του τον επηρρεάζανε και τον διαποτίζανε, σαν το διάφανο νερό τοου ποταμού που ποτίζει το διψασμένο χώμα και κάνει το ριζωμένο δέντρο να φουντώνει και να καρποφορεί. Ούτε άλλωστε, ο Θανάσης περίμενε από τον μικρότερο αδερφό του να πάρει μια απόφαση. Αυτός έλεγε το λόγο του κι έσπερνε το σπόρο. Όπως θα τον έσπερνε αργότερα με τους πέντε ανέμους, ώσπου να βγάλει η γη χορτάρι και τα βουνά ελάτια, μ’ ανθρώπινα κεφάλια και κορμιά, μαζί και ψυχές αντρειωμένες.

Σε λίγο θα έφευγε από το κέντρο στρατολογίας της Λαμίας για τη Λάρισα, όπου θα έβαζε μπρος την άμεσα εφαρμογή των αγωνιστικών ιδεών του, κι όπου τον έβγαζε η άκρη. Ο Μπάμπης θα έμενε μόνος στη Λαμία, να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό του, με τον κόσμο των ιδεών του αδερφού του. Ήταν μια δοκιμασία αυτή, που θα κρατούσε μέρες και νύχτες ολόκληρες, καθώς αναπτυσσόταν η σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική διαλεκτική και την ειρηνική ιδιοσυγκρασία.

Ομιλία με στήριξη στον Κορδάτο

Ώσπου, μια μέρα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σχεδόν αθόρυβα, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για το καταστάλαγμα: φέρνοντας το από δω, φέρνοντας το από κει, συμπέραινε ότι δε θα έπρεπε ν’ αρκεστεί στις μεταρρυθμίσεις. Ότι δε θα έπρεπε να μείναι στη μέση του δρόμου. Ότι θα έπρεπε να προχωρήσει ως το τέρμα. Ως τον λυτρωμό του ανθρώπου απ’ όλα τα δεσμά που ο ίδιος δημιούργησε με την κοινωνική του ανέλιξη. Με την ομαδική και προσωπική συμμετοχή του –ευθύνη μαζί και ενοχή. Ότι θα έπρεπε να λύσει ο ίδιος αυτό το πλέγμα ενοχής, που τον βάραινε σαν προπατορικό αμάρτημα. Εδώ σε τούτη τη γη όπου πατούμε και αναπτυσσόμαστε.

Ήταν, άλλωστε, κι ένα θέλγητρο αυτό, που γοήτευε την εφηβική ψυχή και ξάνοιγε τα φτερά της στους άπειρους ορίζοντες του μέλλοντος. Με το ξέφωτο ενός λαμπρού και λαμπερού ήλιου, που καταύγαζε το εξωτερικό και εσωτερικό του σύμπαν. Κι αυτή η σαγηνευτική μεταλλαγή, δεν άργησε –εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα- να εκδηλωθεί και μέσα στο σχολείο του.

Ο καλός τους καθηγητής των Ελληνικών Νικόλαος Κουλούρης που δίδασκε Ιστορία, είχε καθιερώσει και εφαρμόσει το προοδευτικό εκπαιδευτικό σύστημα της μαθητικής αλληλοδιδαχής. Με διαλέξεις – μαθήματα των ίδιων των μαθητών προς τους συμμαθητές τους. Πάνω σε ορισμένα θέματα. Ακόμα και έξω απ’ το καθαρά και τυοικά ιστορικό πλαίσιο. Αρκεί ν’ ανήκανε στον ευρύτερο χώρο του. Τέτοια μαθήματα είχαν κάνει αρκετοί από τους καλύτερους μαθητές για πνευματικά φανερώματα και μορφές του παρελθόντος. Είχε, θυμάται, κάνει κι αυτός στην αρχή του χρόνου, ένα μάθημα – ομιλία για τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν. Αυτούς τους  δυο μεγάλους μουσουργούς του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, που υπεραγαπούσε – ιδιαίτερα τον δεύτερο. Όπου, να σου, στις αρχές του 1926, τον ρωτάει ο Κουλούρης αν θα ήθελα να κάνει ένα μάθημα ιστορίας για την «πολιτική των δυνάμεων μέχρι του 1827 και την εν Ναυαρίνω ναυμαχία». Του φάνηκε σαν να του ήρθε ουρανοκατέβατη η πρόταση και δεν άργησε να την αποδεχτεί. Εκείνες ακριβώς τις μέρες είχε πέσει στα χέρια του το πρόσφατα εκδομένο έργο του Γιάννη Κορδάτου, «Η κοινωνική σημασία της Επανάστασης του 1821» και τον είχε σημαντικά εντυπωσιάσει και επηρεάσει. Ήταν εντελώς διαφορετικά από τα σχολικά βιβλία της ιστορίας και από όσα είχε διαβάσει στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», του Κ. Παπαρρηγόπουλου, που κοσμούσε την πατρική βιβλιοθήκη με τους πέντε χρυσόδετους τόμους. Ιδιαίτερα τον εντυπωσίασαν όσα αναφέρονταν στον φιλελληνισμό και σε λογής-λογής φιλέλληνες, στα τοκογλυφικά δάνεια που είχαν βρει την ευκαιρία να προσφέρουν μερικοί απ’ αυτούς, εκδίδοντας τα στο 52% της αξίας τους και που εξακολουθούσε ακόμα να πληρώνει η καημένη η Ψωροκώσταινά μας ως το 1897, κι έπειτα απ’ αυτό, με τον «Διεθνή Οικονομική Έλεγχο» που τις επιβάλανε «οι προστάτιδες» μεγάλες δυνάμεις. Σπάνιο ορεκτικό το θεώρησε αυτό ο Μπάμπης και δε δίστασε καθόλου να το προσφέρει στους συμμαθητές του, με τ’ άλλα μαζί που βρήκε και είπε για τον φιλελληνισμό. Τον αληθινό, αλλά και τον ψεύτικο, που νοθευόνταν από τη συμφεροντολογική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων. Που ήθελαν η κάθε μια τους να έχει την Ελλάδα εξάρτημα της. Γι’ αυτό και δεν δυσκολεύτηκαν να δημιουργήσουν τα υποτελή τους κόμματα. Να εμποδίσουν την πρόοδο και την ανάπτυξη της. Να την καθυποτάξουν στις ξένες δυναστείες που τις επιβάλανε με την υπο τη μια ή την άλλη μορφή, της επικυριαρχίας τους.

Όταν ήρθε η μέρα κι ακούστηκε αυτό το μάθημα από την έδρα, αυθόρμητα χειροκροτήματα ξέσπασαν απ’ όλους σχεδόν τους μαθητές. Σαν να ανταποκρίνονταν σε μια πρόσφορη πνευματική και ψυχολογική κατάσταση. Και σαν μια θρυαλλίδα που προκαλεί μια έκρηξη. Κανένας τους δε σκέφτηκε ότι βρίσκονταν κάτω από μια δικτατορία. Κανένας δε λογάριασε τις συνέπειες που μπορούσε να έχει μια τέτοια εκδήλωση, με όσα, μάλιστα, λέχτηκαν και ακούστηκαν. Μήτε ο καθηγητής. Ολύμπιος, όπως ήταν, έμεινε νηφάλιος ώσπου σταμάτησε ο θόρυβος. Κι όταν καταλάγιασε η έξαψη, δε δυσκολεύτηκε να πει προς όλους του μαθητές:

  • Πολλά απ’ αυτά που είπε ο συμμαθητής σας, έστω και αν υπερβαίνουν κάπως τα όρια του μαθήματος μας, δεν παύουν να είναι αληθινά και αρκετά διδακτικά. Δεν είναι του παρόντος η επέκταση σε μια ανάλυση τους. Ούτε και σεις πρέπει ν’ αρκεσθείτε μόνο σε όσα ακούσατε από το συμμαθήτη σας. Θα σας δοθεί η ευκαιρία, όταν μεγαλώσετε, να διαβάσετε και άλλα πολλά, παρόμοια ή διαφορετικά. Θα σχηματίσετε έτσι δική σας γνώμη. Μη βιασθείτε να βγάλετε συμπεράσματα. Να μελετάτε, να σκεφτέστε, να κρίνετε, κι έπειτα να εκφέρετε την κρίση σας. Για να είναι η γνώμη σας κρίση ανδρός δικαίου, χρήσιμη στον εαυτό σας, στην πατρίδα, στην κοινωνία, σ’ όλους τους ανθρώπους…

Τον κοιτούσαν οι μαθητές στα μάτια καθώς τους κοίταζε θολά μέσα από τους χοντρούς μυωπικούς φακούς του. Τους είχε συγκινήσει. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι του διαλείμματος…

Advertisements
This entry was posted in Αποσπάσματα από τα βιβλία του Μπάμπη Κλάρα and tagged , . Bookmark the permalink.

One Response to Συζήτηση με τον κατοπινό Άρη και ομιλία με στήριξη στον Κορδάτο.

  1. Παράθεμα: Η πεζογραφική τριλογία του Μπάμπη Κλάρα, 1983-1985 | Οικογένεια Κλάρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s