Ο μονοπόδαρος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Το παραμύθι ενός λαού που δεν είναι παραμύθι», 1985

Λίγο πιο μέσα από τη δαντελωτή ακρογιαλιά. Και λίγο ψηλότερα. Μια τετράγωνη ανηφοριά. Τυλιγμένη στην άχνα του λειψού φεγγαριού. Πιο πέρα, ψευδαίσθηση γαλαξία σε μια λουρίδα από τη μουντή απεραντοσύνη της θάλασσας. Πυγολαμπίδες στο βάθος τα γρι-γρι, αγκιστρώνουν την απλωμένη ματιά. Ξάρτια κι άρμενα μαζεμένα, ψαρόβαρκες και καϊκάκια, πιο δω, σε ψιθυριστό λίκνισμα. Τραγουδιστό φλοίσβημα κάθε φορά, που το ελαφρό κυματάκι προσφέρει το φιλντισένιο περιδέραιό του, θυσία στην ολύμπια γαλήνη της μάνας γης, τώρα, που το μαύρο πέπλο τής νύχτας κρύβει τα σμαραγδένια κάλλη της.

Και στην κορφή της ανηφοριάς, σαν αητοφωλιά, στημένο το τσαρδί. Μια συνηθισμένη συμπαθητική ταβερνούλα. Μάντρα. Ξύλα και κάρβουνα, στην άκρη. Βαρέλια, στη σειρά. Ισόγειο και πατάρι. Το τηγάνι με τις μαρίδες, στη μια γωνιά. Ο πάγκος με τη βαρελίσια φέτα και τον μπεζαχτά, στην άλλη. Ψαρίλα και τσίκνα. Μπορεί έξω στην αυλή να προσπαθεί η γέρικη κληματαριά να υψώσει τον άφωνο ύμνο της στο Θεό του Κεφιού. Μπορεί και κάποια λευκά πέταλα γιασεμιού, σ’ ένα τρελό συναγωνισμό με τη μυρωμένη αύρα και τη γλάστρα με το βασιλικό, να στυλώνονται στα πόδια τους, για ν’ ανεβάσουν πιο ψηλά το μεθυστικό θυμίαμά τους. Μα το χάχανο και το στριγγό γέλιο της κοσμικής παρέας, που ήρθε να πνίξει την ανία της, σκοτώνει τη γοητεία. Ενώ εδώ μέσα, όσο κι αν είναι θολός και βαρύς ο αγέρας, λεύτερη η ψυχή φτερουγάει γύρω από τους καημούς της. Άλλωστε, η τζαμαρία είναι ανοιχτή. Όποιος θέλει, ας απλώσει τη ματιά του και στην αυλή. Και πιο πέρα απ’ αυτήν, στο μυστηριακό θαλασσινό πανόραμα…

taverna

— Άντε, ρε παιδιά, πιέστε και καμιά γουλιά, έκοψε το συλλοϊσμένο μασουλητό της παρέας, ο Κουφός.

Ρικνός βραχνοκόκκορας, μάτια υγρά, χέρια γεμάτα μαύρες χαρακιές. Τσαγκάρης στη γειτονιά. Φαλτσέτα και τσαγκαροσούφλι, σπάγκος και προκαδούρα, ολημερίς στο χέρι. Ο μαστρο-Κωνσταντής με τ’ όνομα, άλλοτε. Τώρα, ξέπεσε. Και σα βαρυακούει λιγάκι, του κόλλησαν το παρατσούκλι. Ο μαστρο-Κωνσταντής ξεχάστηκε κι απόμεινε ο Κουφός. Μπορεί πολλές φορές, αν είναι κάτι που τον «συμφέρει», να ξυπνάει το αυτί του. Μα τις πιότερες… κοιμάται. Κι αφήνει τη γλώσσα του ν’ αλέθει τα δικά της, έστω κι αν άλλα τον ρωτάς κι άλλα σου αποκρίνεται.

— Ας όψεται, βλέπεις, η μηχανή. Ψίδια, λέει, θέλεις, σόλες θέλεις, τ’ αρπάζει αυτή και σε μισή ώρα, ορίστε, κύριε πελάτη, έτοιμα. Κι ο μάστορας δεμένος μαζί της. Ίδιος κι όμοιος μ’ αυτήν. Όχι, πέστε μου, δηλαδή, τι κάνει. Το νου του βάνει στο κέντημα, ή την καρδιά του στη φόρμα. Ε ρε, άλλοτε πώς χτυπούσε ρυθμικά το σφυρί του κι έλεε το τραγουδάκι του, βάζοντας την ψυχή του στο γαντοφορεμένο γοβάκι…

— Πάλι τα ίδια, μαστρο-Κωνσταντή; Πάλι υπερβολές; Μας τα έχεις πει χίλιες φορές, τον έκοψε ο Σοφός.

Σοφός μπορεί να ήτανε και να μην ήτανε. Πάντως, τυπογράφος ήτανε. Είδανε και τι δεν είδανε τα μάτια του. Γι’ αυτό και πετάχτηκαν έξω από τις κόχες τους κι η όψη του κιτρίνισε σαν το φλουρί. Θες από τη σοφία την πολλή, θες από το αντιμόνιο. Είχε άλλοτε και μακριά μαλλιά, σαν ποιητής, και δούλευε σαν καλλιτέχνης. Μα ποιος ποιητής τρώει ψωμί. Έκοψε λοιπόν το μαλλί, παράτησε το συνθετήριο και στρογγυλοκάθισε μπρος στη λινοτυπική. Αφέντης της κι αφέντρα του. Ίδιοι πάντα χτύποι του στα πλήχτρα, ίδιες πάντα μήτρες της στο αχνιστό μέταλλο. Ώρες σήμερα, ώρες αύριο. Κι η δουλειά, τραβάει σχοινί-γαϊτάνι.

— Την οξεία, δηλαδή, ή τη βαρεία σού στράβωσε; μπήκε στη μέση ο Ανυφαντής.

Δουλειά και παρατσούκλι, ίδιο πράμα. Όψη χαλκοπράσινη, από τις βαφές. Βήχας πνιχτός, από το μαλλί και το βαμπάκι, που κολλάει στο πνεμόνι.

— Αν δεν πούμε και τον πόνο μας, τότε τι να πούμε; Τραβάς το χερούλι, μπαίνει μπρος ο αργαλειός. Θαρρείς και δεν κάνεις τίποτε. Μόνο που σε κόβει η ορθοστασία. Μα, ώσπου να πεις Δόξα σοι ο Θεός, έλα πάλι Χριστέ και Παναγιά παρακαλάς. Καμένο πολλές φορές το υφάδι, σπάει. Σταμάτα, λοιπόν, ηλεκτρισμέ, να το κομποθιάσω. Χασομέρι, και η δουλειά να είναι αποκοπή. Δεμένος στη μηχανή κι όσο θέλει αυτή θα βγάλει. Κι εσύ βγάλε τα μάτια σου…

— Γιατί, δηλαδή, εμείς δεν τα βγάζουμε; ανασήκωσε τη μελιτζανιά μύτη του, που βουτούσε κείνη τη στιγμή στο ποτήρι, ο μπαρμπα Στέργιος. Δυο κοκκινισμένα μάτια ανοιγόκλεισαν από χρόνια συνήθεια για ν’ αποφύγουν κάποια αόρατη σκόνη. Και το μαραμένο στόμα συνέχισε τον καημό του:

— Έλα να δουλέψεις στα ηλεχτρικά και σου λέω εγώ. Ξέρεις τι θα πει ν’ ανοίγεις τρύπες κι αυλάκια σε τοίχους και ταβάνια, για να βάλεις τακάκια ή να περάσεις σωλήνες με σύρματα; Κορμί τσακισμένο από τη δουλειά και ψυχή βαλαντωμένη από τη μονοτονία…

— Μονοτονία είπες; Και τι μπορεί να ξέρεις εσύ από μονοτονία; τον αντίκοψε ο κ. Βασιλάκης.

Δυο μαύρες χάντρες στριφογύριζαν δεξιά-ζερβά σ’ ένα θολό γυαλί και μια σπάτουλα που παριστάνει τη γλώσσα, μαζεύει από τον ξηραμένο ουρανίσκο το σάλιο για να ξεστομίσει λόγια για δίκαια και άδικα. Μπορεί να σκάζει ο τζίτζηρας. Αλλά το κολλάρο κι η γραβάτα βρίσκονται πάντα σφιγμένα στη θέση τους, για να θυμίζουν τη δικηγορική αξιοπρέπεια, όσο κι αν καμιά φορά ξεπέφτει ακόμη και στο Πταίσμα για να τουφεκίσει το χιλιάρικο.

— Άντε να γράφεις μια ζωή ολόκληρη «Επειδή και διά ταύτα» κι έλα ύστερα να μιλήσουμε για μονοτονία.

— Αν πιάσεις εσύ το «Επειδή» σου και λόγου μου το «Ευπειθώς αναφέρομεν», άκρη δε βρίσκουμε, έβγαλε τη σβησμένη του φωνή το Φάντασμα.

Φάντασμα, δηλαδή, δεν ήτανε ο κ. Μήτσος. Ήταν όμως δημόσιος υπάλληλος και το ίδιο κάνει. Πέτσινο σακκούλι κόκκαλα δίχως σάρκες, διπλοί φακοί στα μυωπικά μάτια, τριμμένοι αγκώνες και πισινοί. Αλλά τσάκιση στην τρίχα και κολλάρο στην πένα, θηλειά στο λαιμό του σακουλιού. Η «παράστασις» το απαιτεί. Και το λογικό αποζητάει τη λησμονιά:

— Πιέστε και κανένα ποτήρι, πέστε και καμιά άλλη κουβέντα…

Μπορεί να το είπε ο Μήτσος, μα σαν να μην τον άκουσε η παρέα. Είχε πάλι βυθιστεί στη συλλοή της. Έτσι άλλωστε γινόταν μ’ όλες τις παρέες. Πότε ξεσπούσαν σε πνιχτές κραυγές διαμαρτυρίας, πότε σε χάχανα υστερικά και πότε βυθίζονταν σε νάρκη. Κύματα από το ανθρώπινο ποτάμι που μοιραία ακολουθεί την κοίτη που του χαράζει η ρουτίνα της ζωής. Ατέλειωτο γύρισμα στο μαγκανοπήγαδο με τον ίδιο αιώνια μονότονο ρυθμό. Τον δίνουν οι χτύποι της αλυσίδας με τους κουβάδες, που ανεβάζουν και ξεχύνουν το νερό για τον ίδιο πάντα σκοπό. Δίχως αλλαγή καμιά. Με τις ίδιες στερεότυπα μικρές ή μεγάλες χαρές και λύπες. Ασάλευτο στην αέναη κίνησή του τέλμα. Πλήξη, που φουντώνει σε άγχος για να ξεφουσκώσει σε χαύνωση. Κι αν κάποτε ξεσπάει σ’ απίθανες φυγές ή εκρήξεις, ξαναγυρνάει πάντα στην αλυσίδα με τους κουβάδες για να συνεχίσει το κλωθογύρισμα της ανίας… Κείνη τη στιγμή ακούστηκαν κουρδίσματα στην αυλή. Ήταν η ώρα του Μπασαδούρα. Ένα πάντσο λιγδιασμένο. Μια πένα στο τρεμουλιαστό χέρι. Μάτια γουρλωμένα, λαρύγγι φουσκωμένο, βραχνό μουγγανητό:

…Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι

των ερώτων φαιδρά εποχή…

Τι ωραίος τύπος, γρύλισε απ’ αντίκρυ μια ξεμπρατσωμένη μικρή που συνόδευε μια πρησμένη κοιλιά.

‘Ήταν από την κοσμική παρέα, που ήρθε να σπάσει κέφι στη λαϊκή ταβέρνα. Κίτρινο κουδούνισμα στην τσέπη, λίγδα στο πετσί, μπογιά στο μαλλί.

taverna2

— Είναι η πρώτη από τις ατραξιόν, χρυσή μου. Δε σου είπα πως εδώ θα ξεφύγουμε λίγο από την κοσμική καθημερινή μας ρουτίνα;

— Όχι, πες το ψέματα δηλαδή, πως ρουτίνα είναι κι η δική σου η ζωή, έκανε παράξενα, σα να έβλεπε όνειρο και ξεπεταγόταν από το λήθαργό του, ο Κουφός, που κατά περίεργη σύμπτωση είχε αυτή τη φορά ακούσει την κουβέντα κι ας ήταν από μακριά.

— Τώρα αν θα την ξεφύγει κι εδώ, δεν το εγγυώμαι, συμπλήρωσε ο Σοφός. Άντε, εβίβα, παιδιά… Τσουγκρίσματα, σπίρτο στο τσιγάρο, καπνοί, θολούρα. Και στην ώρα επάνω, να σου η κ. Ευτέρπη.

— Μήτσο, έρχεσαι μια στιγμή να σου πω;

Ήταν η γυναίκα του γραφιά. Με τρόπο ερχόταν να συμμαζέψει τον άντρα της. Ο Μήτσος σηκώθηκε. Κι η παρέα τον ξεπροβόδισε χωρίς να του χαρίσει κάστανα:

— Ε ρε, τσόκαρο που θα δουλέψει σπίτι, μουρμούρισε κρυφογελώντας ο μπαρμπα-Στέργιος.

— Αν το έπαιρνε χαμπάρι το αφεντικό απ’ έξω, θα μίλαγε για δεύτερη ατραξιόν, διόρθωσε ο Κουφός.

— Να δεις που θα τριτώσει η… ατραξιόν κι απόψε, όπως κάθε βράδυ, για να μην έχει παράπονο ο κύριος της αυλής, ότι δεν έσπασε το κακό της ρουτίνας, πρόσθεσε ο Ανυφαντής. Πρόσμενε σε λίγο και τον Μονοπόδαρο.

— Αλήθεια, δε σας είπα ποτέ την ιστορία του, σα να δικαιολογήθηκε ο κ. Βασιλάκης. Το ξέρετε δα, πως ήμασταν συνάδελφοι και πως συνδεόμασταν από μικρά παιδιά. Μοναχοπαίδι ήταν. Μη στάξει και μη βρέξει, τον είχε η μάνα του. Ήσυχα κι αμέριμνα κυλούσε η ζωή του, ως το Σαράντα, τότε που σα μπόρα μέσα στη γαλήνη, ξέσπασε το κακό του πολέμου. Θυμάμαι σαν τώρα τις αξέχαστες εκείνες ημέρες. Αγανάκτηση και φόβος, αγωνία κι ενθουσιασμός, αγάπη για τη ζωή κι απόφαση για το θάνατο, ανακατεμένα με ουρλιάσματα σειρήνων, με βόμβους αεροπλάνων, με καμπάνες και ζητωκραυγές, με παράτες και τραγούδια. Η φωνή της πατρίδας και της ανθρωπιάς καλούσε γενικό συναγερμό… Όλος ο κόσμος έδινε το παρών.  Πρώτος μες στους πρώτους κι ο Νίκος, κι ας μην ήτανε η σειρά της ηλικίας του. Ζωντανή ακόμα προβάλλει μπροστά μου η σκηνή με τη μάνα του, όταν πήγαμε μαζί να της πούμε την απόφασή μας.

taverna3

— Η άδικη επίθεση ξέσπασε, μάνα, κι έχουμε χρέος να πολεμήσουμε όλοι, της είπε.

Στάθηκε για μια στιγμή η δόλια η μάνα και τον κοίταξε κατάματα. Βυθομετρούσε την ψυχή της φύτρας της. Σαν ν’ αντίκριζε τη μορφή του πατέρα. Έτσι όπως την είδε για τελευταία φορά στον περασμένο πόλεμο. Για τελευταία, γιατί από τότε δεν την ξαναείδε. Το μικρασιατικό χώμα τη σκέπασε για πάντα. Και τώρα, σα να την ξανάβλεπε ζωντανή μπροστά της. Στα μάτια του γιου ξανάβλεπε τα μάτια του πατέρα, ζωντανεμένα, αποφασιστικά, όπως τότε, που τα έβλεπε για τελευταία φορά στον άλλο πόλεμο. Σα μια αστραπή, που έσκιζε το σκοτάδι του μυαλού της. Ένα σύγκρυο ανατάραξε το κορμί της. Η γλώσσα της δέθηκε.

— Πρέπει, μάνα, πρέπει όλοι να πολεμήσουμε. Καλύτερα να πεθάνουμε ελεύθεροι όρθιοι, παρά σκλάβοι γονατιστοί…

Δυο δάκρυα αργοκυλούν από τα βουρκωμένα μητρικά μάτια. Σφίγγει και του νιου η καρδιά. Κι η μάνα που ήξερε τον πατέρα, η μάνα που ξέρει και το γιο της, με κόπο προφέρει:

— Δε θα ήθελα με το δικό μου σπαραγμό να σπαράξω και τη δική σου την καρδιά. Στο καλό, παιδί μου. Με την ευχή μου να γυρίσεις να σε ξανασφίξω στην αγκαλιά μου…

Σταμάτησε για λίγο ο κ. Βασιλάκης, άναψε ένα τσιγάρο και, συνεπαρμένος από τα λόγια του, συνέχισε την αφήγησή του, που με θρησκευτική σιγή παρακολουθούσε όλη η παρέα:

— Σαν ήρωας πολέμησε ο Νίκος στα ηπειρωτικά βουνά. Κι ο πόλεμος τον πλήρωσε. Του ρούφηξε κάμποσο από το αίμα του, του άρπαξε κι ένα κομμάτι από το κορμί του. Μα δε μπόρεσε να του πάρει την ψυχή. Να δεις πώς έχασε το πόδι του. Είχαμε συρθεί προς τις ιταλικές γραμμές. Οι Ιταλοί προς τις δικές μας. Για ανίχνευση, για πληροφορίες. Μερικές ντουφεκιές. Ξεστομίζει ένα: Ωχ! Ωστόσο, με τα χέρια αδράχνει έναν Ιταλό. Αν ήταν άλλος, θα τον είχε σκοτώσει.

Αυτός όμως δεν το θεώρησε τίμιο. «Πολεμάει κι αυτός σαν κι εμάς», αρκέσθηκε μόνο να πει και σεβάστηκε το συνάνθρωπό του. «Δράσις περιπόλων», έγραφε την άλλη μέρα το ανακοινωθέν. Αυτό ήταν όλο. Κι ύστερα, το κόψιμο ενός ποδιού. Κι από Νίκος, έγινε Μονοπόδαρος. Ένας μονοπόδαρος, που το έδειξε και στην κατοχή. Ήρωα τον ανέβαζαν στον πόλεμο, κι από ήρωα δεν τον κατέβαζαν στην Αντίσταση… Ήρθαν ύστερα τα χρόνια της ειρήνης. Παράσημο και σύνταξη. Διπλή χαρά της μάνας. Μα κάποιο σύννεφο σκίαζε τα μάτια του γιου. Θυμάμαι, με τι λόγια η μάνα προσπαθούσε να γλυκάνει την καρδιά του παιδιού της:

— Ε, δόξα σοι ο Θεός, Νίκο μου. Τώρα θα ησυχάσουμε.

— Θυμάσαι τ’ όνειρό σου, μάνα; της έλεγε. Να πάρω δίπλα μου μια κοπέλα, να έχεις κι εσύ κορούλα, που τόσο λαχταρούσες και που δεν πρόλαβε να σου χαρίσει ο πατέρας;

— Ναι, Νίκο μου, το θέλω αυτό. Θέλω πριν κλείσω τα μάτια να σε δω αποκαταστημένο. Να ξέρω πως κάποιος άλλος θα σε φροντίζει, όπως σε φρόντισα εγώ. Κι ύστερα ας κλείσω τα μάτια…

— Σώπα, μη λες άσχημα λόγια. Αν γίνει αυτό, τότε δεν θα τα κλείσεις. Θα περιμένεις τα εγγονάκια. Να τα χορεύεις στα γόνατά σου, να τα νανουρίζεις με τα τραγούδια σου, να τα κοιμίζεις με τα παραμύθια σου…

— Μακάρι, Νίκο μου, να μ’ αξιώσει ο Θεός.

Ήταν οι μέρες που τα όνειρα γλύκαιναν τις πίκρες της ζωής. Ωστόσο, η σκιά δεν έφευγε από τα μάτια του Νίκου. Κι έρχονταν στιγμές, που γινόταν μαύρο σύννεφο και ξεσπούσε σε καταιγίδα.

Τότε έβγαιναν από το στόμα του λόγια παράξενα. Μιλούσε για υπανθρώπους, που παρίσταναν τον υπεράνθρωπο, αφού πρώτα είχαν αρνηθεί τον άνθρωπο. Για αξίες χαμένες, κι ανάξια ανεβασμένες αναξιότητες. Για μηχανές, που συνθλίβανε τον άνθρωπο, για ανθρώπους που έχασαν τον εαυτό τους, για την ανάγκη να ξαναστηθεί ο άνθρωπος στο θρόνο της ανθρωπιάς, ώσπου τον έπιανε μια παράξενη μελαγχολία κι έτρεχε, όπως τα μικρά παιδιά, να βρει παρηγοριά στη μητρική αγκαλιά…

Άλλοτε πάλι, ησύχαζε και το έριχνε κάπως έξω. Λίγο κρασάκι. Μια παρεΐτσα. Ένα αστείο, ένα τραγουδάκι, χαρούμενο κάπως αντίκρισμα της ζωής. ‘Ήταν οι μέρες της ψυχικής του αιθρίας, που σύντομα όμως τις διαδέχονταν μέρες ψυχικής βαρυχειμωνιάς. Ώσπου ο κόσμος άρχισε να πιστεύει πως ο Νίκος είχε χάσει τα λογικά του. Κι από ήρωα που τον ανέβαζε άλλοτε, τώρα δεν τον κατεβάζει από τρελό. Φαίνεται πραγματικά σαν να έχει χάσει τον εαυτό του. Τριγυρνάει από ταβέρνα σε ταβέρνα, κουτσοπίνει και λέει παράδοξες ιστορίες. Μυστήριο πράμα. Λες κι η ειρήνη τού πήρε την ψυχή, που δεν είχε καταφέρει να του πάρει ο πόλεμος…

Εκείνη τη στιγμή αντήχησαν από το πλακόστρωτο της αυλής χτυπήματα ξύλινου ποδαριού και σε λίγο πρόβαλε το χλωμό πρόσωπο του Μονοπόδαρου. Βουλιαγμένα μάγουλα και μάτια που μέσα τους αργοσβήνει κάποια παλιά λάμψη.

— Βρε, καλώς τον Νικολάκη. Να δεις, που αυτή τη στιγμή είχαμε την κουβέντα σου. Πολλά χρόνια θα ζήσεις. Κάτσε, Νίκο. Σταύρο, ένα καθαρό ποτηράκι.

— Γεια χαρά, παιδιά.

Άπλωσε το ξύλινο ποδάρι κι έριξε το βάρος του κορμιού του στο γερό. Ευχήθηκε στην παρέα και κατέβασε το πρώτο.

— Καλή καρδιά.

— Ό,τι αγαπάς.

Τράβηξη φαίνεται έχει απόψε. Κατεβάζει δεύτερο και με μια μπουκιά, τρίτο ποτηράκι. Το πρόσωπό του φωτίζεται από κάποια ιλαρότητα, η γλώσσα του αρχίζει να λύνεται.

— Όχι κατεβασμένα μούτρα, παιδιά, όχι γρουσουζιές. Γελάστε. Μόνο το γέλιο αξίζει στη ζωή, το γέλιο δίνει ζωή. Χα, χα, χα, γέλιο πλατύ. Χι, χι, χι, γέλιο σφυριχτό. Εβίβα.

— Στην υγειά σου, Νίκο.

— Ψοφάω απόψε για κουβέντα. Έτσι μου ’ρχεται να πω ένα παραμύθι. Αν είχα μάλιστα δυο πόδια, θ’ ανέβαινα στην καρέκλα να το πω φωναχτά, να τ’ ακούνε όλες οι παρέες.

— Και καθιστόν, θα σ’ ακούνε.

— Είναι ένα… ναυτικό παραμύθι, που μου τριβελίζει το μυαλό.

Θα σας το πω να ησυχάσω. Ακούστε το:

Ταξιδεύαμε μ’ ένα μεγάλο καράβι. Κι εκεί στη μέση του ωκεανού, μας βρήκε μεγάλη φουρτούνα. Το καράβι βούλιαξε. Ναυαγισμένος στη θάλασσα, έχασα τις αισθήσεις μου. Συνηθισμένα πράματα. Αλλά τούτο είναι το ασυνήθιστο: Όταν ξύπνησα, χωρίς να ξέρω πώς, βρέθηκα σε μια παράξενη πολιτεία, που πρώτη φορά αντίκριζαν τα μάτια μου. Σταμάτησε για μια στιγμή, κατέβασε ένα ποτηράκι, άναψε τσιγάρο, ρούφηξε δυο-τρεις απανωτές και συνέχισε σαν ονειροπαρμένος, με μάτια καρφωμένα σε ακαθόριστο σημείο.

— Παράξενη Πολιτεία. Φως, χωρίς ημέρα. Σκοτάδι, χωρίς νύχτα. Δάση, χωρίς δέντρα. Νερά, χωρίς πηγές. Μπογιές, χωρίς χρώματα. Πουλιά, χωρίς φτερά. Σπίτια, χωρίς δωμάτια…

paramythi

Το εξώφυλλο του «Παραμυθιού» της έκδοσης του 1983.

Παράδοξοι κι οι κάτοικοί της. Μέταλλα βαμμένα. Λαμπιονάκια, που κάθε τόσο ανάβουν και σβήνουν, για να ξανανάψουν και να ξανασβήσουν. Γεμάτοι κουμπιά, που πετιούνται και ξεπετιούνται μόνα τους. Ένα χερούλι πάει δεξιά-ζερβά κι απλώνει κάτι, που μοιάζει με ύφασμα. Ένα μαχαίρι σκίζει ατέλειωτες λουρίδες, σαν πετσί. Ένας μύλος γυρίζει και σταμπάρει μια κορδέλα με τα ίδια πάντα γράμματα. Ένας σωλήνας ξεχύνει κάτι σαν αυτά. Μια σύριγγα τρυπάει ένα ασκί που φουσκώνει, ξεφουσκώνει και πετάει στο τέλος από το λαιμό του κάτι σαν βαρελάκι, όμοιο με τ’ άλλα παράδοξα όντα, σα μέταλλο βαμμένο, γεμάτο κουμπιά και λαμπιονάκια. Μασέλες ανοιγοκλείνουν. Κόβουν, καταπίνουν και ξεμετούν κάτι μικρά στρογγυλά πραματάκια που αστράφτουν, καθώς όλα τα λαμπιονάκια, απ’ όλα τα παράδοξα όντα, στυλώνονται πάνω τους αναμμένα. Απόχες τ’ αδράχνουν, τα περνούν από χερούλι σε χερούλι και τα σωριάζουν μπροστά σε κάτι κουτιά σα ρουφήχτρες, που διαρκώς προσκυνάνε. Κάθε μετάνοια, κι ένα ρούφηγμα της ρουφήχτρας…

Τότε στήνουν, σα σε ξόανο μπροστά, τον τρελό χορό τους, τα παράδοξα όντα. Βλέπουν, χωρίς μάτια. Ακούνε, χωρίς αυτιά. Μιλούν, χωρίς στόμα. Καρδιές, χωρίς παλμούς. Σκέψεις, χωρίς εγκέφαλο. Μετρούν, χωρίς αριθμούς. Αριθμούν, χωρίς να μετρούν. Περπατούν, χωρίς πόδια. Κυλούν σπασμωδικά, σα ρόδες με δόντια. Τα δόντια της μιας ρόδας μπλέκουν στα δόντια της άλλης. Η μια έρχεται, η άλλη φεύγει. Η πρώτη φεύγει, δεύτερη έρχεται. Ένα ατέλειωτο γρανάζι. Αεικίνητο, σ’ αέναη λειτουργία. Ολημερίς κι ολονυχτίς.

Κι ο τρελός αυτός χορός, που έχουν στήσει τα παράδοξα όντα της παράξενης πολιτείας, τελειωμό δεν έχει…

— Χα, χα, χα, ένας τριπλός καγχασμός έκοψε στη μέση τα λόγια του Μονοπόδαρου.

Είχε φτάσει από την αυλή, σαν ξέσπασμα χωνευτικό της πρησμένης κοιλιάς, που τ’ αυτιά της είχαν αρπάξει τον ακατανόητο μονόλογο του τρελού ήρωα. Η παρέα κοιτάχτηκε,  αρρώντας πως θα ξεσπούσε σε θυμό ο Μονοπόδαρος.

— Χι, χι, χι, ξέφτισε μόνο σαν ηχώ ένας σφυριχτός γρυλισμός του, καθώς τα μάτια του είχαν αστράψει όταν γύρισαν κατά την παρέα της αυλής, που είχε καγχάσει. Ιλαρότητα απλώθηκε στο πρόσωπό του.

— Άντε, εβίβα, παιδιά, στράφηκε προς την παρέα του. Αν λέω και καμιά κουταμάρα, μη με παρεξηγείτε. Το κρασί, βλέπετε. Ωστόσο, το παραμύθι δεν έχει τελειώσει.

— Μη δίνεις σημασία στον κόσμο, σεκοντάρισε ο Σοφός.

— Λοιπόν, τι λέγαμε; Για τον γραναζένιο χορό της ρόδας. Α, ναι, εδώ αρχίζει το πιο γουστόζικο μέρος της ιστορίας. Γιατί, τον Χορό της Ρόδας, τον χάλασε ο Χορός των Νεκρών. Εκείνο που είδαν τα μάτια μου, δε λέγεται: Νεροποντή, κατακλυσμός. Φωτιά τα σύννεφα, ατσάλι οι σταγόνες. Μερικές ρόδες σπάζουν. Το γρανάζι χαλάει. Η κίνηση σταματάει. Κάθε ρόδα κυλάει όπου βρει για να κρυφτεί. Η μια χτυπάει πάνω στην άλλη. Πάταγος και χλαλοή. Καταστροφή, συντρίμμια.

— Χα, χα, χα, έτσι μου ’ρχεται να καγχάσω εγώ τώρα. Θα πείτε, γιατί; Γιατί, να τι προηγήθηκε από την καταστροφή: Καθώς έτρεχα κι εγώ να κρυφτώ κάπου για να σωθώ, πατώ σε μια πλάκα.

«Με πόνεσες», ακούω μια σβησμένη φωνή, σα να έβγαινε από τάφο.

«Ποιος είναι;» ουρλιάζω τρομαγμένος.

«Σήκωσε την πλάκα να δεις», μου απαντά η φωνή.

Τη σηκώνω και ξεπετιέται μια πεταλούδα. Μια μικρή ψυχή. Πετάει τριγύρω. Δε βρίσκει πού να σταθεί και χώνεται μέσα σε μια ρόδα. Αυτό ήταν, σκέφτηκα και το ’βαλα πάλι στα πόδια για να σωθώ από τη νεροποντή. Μα ξαναπατώ σ’ άλλη πλάκα. Καινούργιο ξεφωνητό, ανασήκωμα της πλάκας, δεύτερη ψυχή. Πιο κει, άλλη πλάκα. Τούτη τη φορά, την ανασηκώνω χωρίς να την πατήσω. Ακούω χαρούμενο, σαν «ευχαριστώ», ξεφωνητό και βλέπω τρίτη ψυχή. Όλος ο τόπος είναι γεμάτος πλάκες, που σαν ταφόπετρες σκεπάζουν πανώριες πεταλούδες. Τις ανασηκώνω τη μια μετά την άλλη. Γεμίζει ο τόπος ψυχές. Πετούν σα να χαίρονται Ανάσταση. Τρέχουν και φωλιάζουν μέσα στις ρόδες. Κάθε ρόδα, κι ένας ήχος, ένα σχήμα, ένα χρώμα. Ξεχωριστά η μια από την άλλη. Όμοια με την πεταλούδα, που φώλιασε μέσα της. Κι οι ρόδες-πεταλούδες αποκτούν ανθρώπινη μορφή, σα να ξαναβρίσκουν το χαμένο εαυτό τους. Στυλώνονται στα πόδια τους. Απλώνουν τα χέρια τους. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Κάτι σαν άντρας. Κάτι σαν γυναίκα. Κάτι σαν μωρό. Χαϊδεύει ο ένας την άλλην, χορεύουν κι οι δυο στα γόνατά τους το μωρό, κι εκείνο ψελλίζει κάποιο τραγουδάκι. Σμίγουν κι οι τρεις σε μια φωλιά. Ένα σπίτι με δωμάτια. Γύρω, ένα δάσος με δέντρα. Ένα χρυσάφι από ήλιο. Ένα ασήμι απ’ αστέρια. Ο αγέρας έχει κοπάσει και σφυρίζει ένα χαρούμενο σκοπό. Ρυάκια κρατούν τον κρυστάλλινο ρυθμό. Πεταλούδες τρέχουν να δροσιστούν. Πουλιά κελαϊδούν…

Το κεφάλι του Μονοπόδαρου έγειρε προς τα εμπρός. Το στόμα του ρούφηξε ένα ποτήρι. Σα να τέλειωσε φάνηκε το παραμύθι και κάποιος αναστεναγμός με ανακούφιση βγήκε από τα στήθη της παρέας. Απότομα, το κεφάλι του Μονοπόδαρου ανασηκώθηκε και τα μάτια του σκοτεινιασμένα βυθίστηκαν στο άπειρο. Το πρόσωπό του πήρε αλλόκοσμη όψη. Τ’ αυτιά του τεντώθηκαν σα να προσπαθούσαν ν’ αρπάξουν κάποιες υπόκοσμες μυστηριακές φωνές. Η γλώσσα ξέσπασε σ’ έναν κάπως ακατάληπτο χείμαρρο:

— Χα, χα, χα, τι φαντάστηκε ο τρελός. Πεταλούδες, λέει, κάτω από ταφόπετρες. Ψυχές, που φωλιάζουν μέσα σε ρόδες, και τις κάνουν ανθρώπους. Μα δε βλέπεις, χριστιανέ μου, τις στρατιές από τα ρομπότ, που προχωρούν; Ηλίθιε. Κάνε τόπο να περάσουν μη σε λιώσουν κάτω από τα σιδερένια πέλματά τους. Οι ρόδες με τα σουβλερά δόντια μπλεγμένα μεταξύ τους, εξακολουθούν να κυλούν. Το γρανάζι δουλεύει ακόμη. Άντρες της Ρομποτίας, προσοχή: Η Α.Μ. Ρομπότ ο Α’ περνά. Και κυβερνά…

Ήταν το τελευταίο του ξέσπασμα. Τα μάτια χαμήλωσαν κι υγράθηκαν. Δυο διαμαντένιες σταγόνες πέφτουν στο ποτήρι, καθώς αδειάζει στο ξεραμένο λαρύγγι.

— Να με συχωράτε, παιδιά, αν σας κακοκάρδισα με το τρελό μου παραμύθι. Καληνύχτα.

Είπε και στηλώθηκε στο ξύλινο ποδάρι. Μ’ αργό ρυθμό αντήχησε από τα βήματά του το πλακόστρωτο, ώσπου χάθηκε έξω από τον αυλόγυρο η σκοτεινή φιγούρα του. Αλλά σε λίγο, σαματάς και φωνές έφεραν ως μέσα στην ταβέρνα ένα αναπάντεχο θλιβερό μήνυμα:

— Ο Μονοπόδαρος. Ο Μονοπόδαρος…

Όλοι πετάχτηκαν έξω να δουν τι συμβαίνει. Κι αντίκρισαν τον Μονοπόδαρο με κλειστά τα μάτια. Ένα αυτοκίνητο τον είχε χτυπήσει. Μια ρόδα του είχε λιώσει το γερό πόδι και άλλη το κεφάλι.

Πρόσωπα βουβά, θλιμμένα τριγύρω. Σηκώνουν τον άψυχο πια Μονοπόδαρο. Κι ενώ η μακάβρια συνοδεία απομακρύνεται, από την πρησμένη κοιλιά με τη χαλασμένη χώνεψη, φωνή εγγαστρίμυθη αντηχεί:

— Με τις ρόδες τα είχε ο μακαρίτης κι από ρόδα πήγε…

Και οι λογαριασμοί πληρώνονται, για να επαναληφθεί άλλη μέρα με καλύτερες συνθήκες το γλέντι…

Advertisements
This entry was posted in Αποσπάσματα από τα βιβλία του Μπάμπη Κλάρα, Χωρίς κατηγορία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Ο μονοπόδαρος

  1. Παράθεμα: Η πεζογραφική τριλογία του Μπάμπη Κλάρα, 1983-1985 | Οικογένεια Κλάρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s