Αναφορές/δημοσιέυσεις στην επανέκδοση των βιβλίων και των εκδηλώσεων του Ιουνίου 2015.

«Παζαριώτης βγήκε ο γιός του Κλάρα», Νίκος Τσακανίκας, 27/8/2015, Ιστοσελίδα Ημεροδρόμος

«Ο λογοτέχνης Μπάμπης Κλάρας», Άντας Κατσίκη-Γκιβάλου, 8/7/2015, Ιστοσελίδα Bookpress

«Επίκαιρα τα οράματα του Άρη Βελουχιώτη», Ιωάννα Κλεφτογιάννη, 16/6/2015, Ο δρόμος της Αριστεράς

«Φωτίζοντας τον Άρη, 70 χρόνια από τον θάνατο του», 15/6/2016, Ιστοσελίδα  Ecoleft

«Ο διακριτικός λογοτέχνης Μπάμπης Κλάρας», Όλγα Σελλά, 13/6/2015, Καθημερινή

«Να υπηρετήσουμε την ανθρωπιά», Νόρα Ράλλη, 7/6/2015, Εφημερίδα των Συντακτών

Posted in Τύπος και media | Tagged , , | Σχολιάστε

Αντί ημερολογίου. 5-7 Ιουνίου 2015, Δομνίστα Ευρυτανίας.

Αυτή η ανάρτηση θα ξεκινήσει κάπως ανορθόδοξα και θα είναι ελαφρώς σε προσωπικό τόνο. Το 2010 όταν τελείωνα το μεταπτυχιακό μου στην Γερμανία η ελληνική κρίση ήταν σχετικά στην αρχή της. Είχε αρχίσει όμως να διαφαίνεται ότι δεν θα ξεπερνιόταν ούτε γρήγορα, ούτε εύκολα. Έτσι όταν είχα πια αποφασίσει να επιστρέψω στην Ελλάδα πολλοί με ρωτούσαν και αναρρωτιόντουσαν με έκπληξη γιατί επέλεξα να μην μείνω στην Γερμανία και να συνεχίσω εκεί σπουδές και ζωή, μιας και τα πράγματα ήταν δύσκολα στην Ελλάδα. Ανάμεσα στα άλλα  απαντούσα ότι βρισκόμενη στην Ελλάδα θα μπορέσω να κάνω κάποια πράγματα που για εμένα είναι στόχοι ζωής. Τότε, δεν έδινα περισσότερες πληροφορίες.

σκηνες

Μερικές από τις σκηνές που στήθηκαν στον χώρο της κατασκήνωσης.

Τώρα είμαι σε θέση να περιγράψω δυο νύχτες και τρεις ημέρες στην Δομνίστα της Ευρυτανίας. 5-7 Ιουνίου, 2015. Δεν θα υποστηρίξω ότι ήταν η καλύτερα οργανωμένη εκδήλωση, ούτε ότι η ίδια η ιδέα δεν επιδέχεται βελτιώσεις. Έφτασαν όμως γύρω στα τριάντα άτομα στην Δομνίστα σχεδόν από όλες τις άκρες της Ελλάδας. Από τη Κρήτη ως τα Γρεβενά, την Κοζάνη και την Έδεσσα. Από ηλικιακής πλευράς είχαμε επίσης ποικιλία. Από 17 μέχρι… δεν έχει και πολύ σημασία! Από την Παρασκευή το απόγευμα έφτασαν οι περισσότεροι. Άλλοι κοιμήθηκαν σε κλειστό χώρο και άλλοι σε σκηνές.

Ήδη από το πρώτο βράδυ οι διαθέσεις φάνηκαν. Αυθόρμητα τραγούδια στην ταβέρνα, κρασί, και φαί. Μαζί στο τραγούδι και οι ντόπιοι. Το Σάββατο ήταν η ημέρα της πεζοπορικής διαδρομής. Πέραν όσων διανυκτέρευσαν στο χωριό από την προηγούμενη ήρθαν να περπατήσουν μαζί μας και άλλοι από την Αθήνα και το Καρπενήσι. Ξεκινήσαμε λοιπόν αφού βγάλαμε την απαραίτητη αναμνηστική φωτογραφία στην πλατεία της Δομνίστας.

πεζοπορια2

Περπατήσαμε κάμποσες ώρες.πεζοπορια

Αν και βροχερός ο καιρός δεν μας έπιασε μπόρα. Δημιουργήθηκαν αυθόρμητα ομάδες σύμφωνα με τον ρυθμό και την αντοχή του καθενός. Και η συζήτηση δεν σταματούσε. Μέσα στα έλατα μιλούσαμε για τον Άρη, την Αντίσταση, τον Μπάμπη, τον ελληνικό λαό και τα σύγχρονα… Μετά από 3-4 ώρες φτάσαμε στους Σταύλους. Εκεί μας περίμεναν στην ταβέρνα με μεζέδες, τσίπουρο, και κρασί. Όταν φτάσαμε όλοι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάποιοι έλλειπαν. Κάποιοι έχασαν τον δρόμο. Τον είχαν ξαναβρεί όμως και έρχονταν. Περιμέναμε και τους τελευταίους για να κλείσει ο κύκλος της πεζοπορίας. Μερικοί θαρραλέοι επέστρεψαν στην Δομνίστα πάλι μέσα από το δάσος. Άλλοι πάλι με τα αυτοκίνητα.

Το βράδυ του Σαββάτου ήταν η πρώτη εκδήλωση που είχε οργανώσει το Τοπικό Συμβούλιο Δομνίστας και ο Φιλπρόοδος Σύλλογος Δομνίστας. Στην αίθουσα του σχολείου μιλήσαν για τα βιβλία του Μπάμπη ο κ. Λευτέρης Τσόλκας, πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Πρώτη εκδήλωση για την επανέκδοση της πεζογραφικής τριλογίας στην Δομνίστα! Ήταν και ο Ανδρέας Κάππας ή Καπετάν Διάκος εκεί. Με τον Άρη από τα δεκαοχτώ του. Αετόπουλο. Ύστερα με τον Νικηφόρο (Δημητρίου) και τον Περικλή (Χουλιαρά) στην Παρνασσίδα. Ήταν στο Δαφνί έξω από την Αθήνα περιμένοντας την εντολή από το κόμμα. 1945-1956 φυλακή και πάλι στη Χούντα. Μας γέμισε εικόνες, σκέψεις, οξεία πολιτική ανάλυση και ένα αετίσιο βλέμμα να σε κοιτά κατάματα. Όταν τελείωσε η εκδηλώση και ενώ το στομάχι διαμαρτυρόταν από όλη την ημέρα, καθίσαμε γύρω του και του ζητήσαμε να μας πει κι άλλα. Ακούσαμε κι άλλα..

DSC_0107

Ο Αντρέας Κάππας ή Καπετάν Διάκος μας μιλά και απαντά στις ερωτήσεις μας.

Τελιώνοντας την ημέρα με προφορική ιστορία, φάγαμε για μια ακόμη φορά όλοι μαζί στην ταβέρνα στη Δομνίστα. Οι συζητήσεις δεν σταματούσαν. Είχε φτάσει στο χωριό ο Νίκος Μανιός και ο Μάκης Μπαλαούρας. Δίπλα στον Αντιστασιακό της δεκαετίας του 1940 ακούσαμε ιστορίες και για την αντίσταση στη περίοδο της Δικτακτορίας.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή συνεχίστηκαν οι εκδηλώσειςμνημειο που οργανώθηκαν απο τους τοπικούς φορείς. Κεντρικός ομιλητής ο Νίκος Μανιός. (εδώ μπορείτε να ακούσετε την ομιλία του) Για δεύτερη φορά μέσα στο διήμερο ακούσαμε μια οξεία πολιτική ανάλυση για την δράση του Άρη Βελουχιώτη και μια σκιαγράφηση της προσωπικότητας του που συχνά μας συγκινούσε, αφού συγκινιόνταν και ο ίδιος ο ομιλήτης. Την προηγούμενη νύχτα μας είχε μιλήσει για τον  Μπάμπη που τον γνώριζε προσωπικά και πόσο τον συγκινούσε που βρισκόταν στην εκδήλωση της επανέκδοσης των βιβλίων του.

Κάπως έτσι έκλεισαν οι εκδηλώσεις για την Εθνική Αντίσταση και τον Άρη Βελουχιώτη στην Δομνίστα. Καθήμενη στην αίθουσα του σχολείου και βλέποντας έξω το χωριό, τα βουνά, και την φύση ένοιωσα μια ιδιαίτερη χαρά που ήμουν εκεί, με τους φίλους μου και όσους γνώρισα επειδή αποφάσισαν να έρθουν στις εκδηλώσεις. Νοιώθω μεγάλη ανάγκη να τους ευχαριστήσω για αυτό. Και να τους πω ότι είναι σημαντική η ιστορία αυτού του τόπου για την οποία μαζευτήκαμε εκεί, αλλά έχει μεγάλη αξία με αφορμή αυτήν να γνωρίζεις αξιόλογους ανθρώπους.

Χωριστήκαμε έχοντας στα χείλη μας: «Και του χρόνου»!

Posted in Εκδηλώσεις 2015 | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Η πεζογραφική τριλογία του Μπάμπη Κλάρα, 1983-1985

Τα τρία βιβλία της πεζογραφικής τριλογίας του Μπάμπη Κλάρα θα παρουσιάσουμε σύντομα αμέσως παρακάτω. Έχουν μια ομοιογένεια περιεχόμενου και ύφους και διαδέχονται το ένα τ’ άλλο.

«Το παραμύθι ενός λαού που δεν είναι παραμύθι», Διηγήματα, 1983

exofilo paramythi

Το εξώφυλλο από το «Παραμύθι ενός λαού που δεν είναι παραμύθι» όπως το φιλοτέχνησαν οι εκδόσεις ΚΨΜ. Το σκίτσο είναι του Δημήτρη Μεγαλίδη από τη συλλογή της οικογένειας του Μπάμπη Κλάρα.

Περιέχει εικοσιπέντε διηγήματα, άλλα μεγαλύτερα και άλλα μικρότερα που χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες:

Οι «Οδοιπορίες» περιγράφουν και ανιστορούν ανθρώπινες περιπέτειες και καταστάσεις, αγώνες και θυσίες των πρώτων νεανικών χρόνων και των κατοπινών εξελίξεων.

Ανάμεσα στα «Αντιστασιακά» διηγήματα πραγμάτων και προσώπων υπάρχει και το «Μικρό ιστόρημα για την Μεγάλη Αντίσταση». Ξεκινάει από το 1940 και κλείνει με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982.

Στις «Σκιαγραφίες» περιγράφονται μνήμες και επώνυμες αγωνιστικές και άλλες μορφές.

Ο Μπάμπης Κλάρας κέρδισε το 1984 το Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το «Παραμύθι». Δώρισε το χρηματικό έπαθλο στον Δήμο Λαμιέων για την ανέγερση του αδριάντα του Άρη στη Λαμία.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπάσμα του βιβλίου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τα περιεχόμενα και το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

«Ο αδερφός μου ο Άρης», Αντιμυθιστόρημα, 1983

exofilo oaderfos

Το εξώφυλλο από το «Ο αδερφός μου ο Άρης» όπως το φιλοτέχνησαν οι εκδόσεις ΚΨΜ. Το σκίτσο είναι του Δημήτρη Γιολδάση από τη συλλογή της οικογένειας του Μπάμπη Κλάρα.

Ο Μπάμπης Κλάρας από τη μια μεριά αντιστρατεύεται σε αυτό το βιβλίο τις μυθολογικές ψευδολογίες που έχουν γραφτεί γύρω από τον Άρη και από την άλλη πλευρά παρουσιάζει τα στοιχεία της ζωής, της αλήθειας και της αφηγηματικότητας με την λογοτεχνική μορφή του αντιμυθιστορήματος. Ο ίδιος ο Μπάμπης καταθέτει ότι αυτό το βιβλίο «έχει γραφτεί με συναίσθηση χρέους προς τον αδερφό, αλλά και με τη σκέψη της ευθύνης προς την Ιστορία». Με εικόνες και γραφές ιστορικής και ανθρώπινης σημασίας παρουσιάζεται η μορφή του Άρη και επικυρώνεται η ζωντανή του δράση και μεταθανάτια επίδραση.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περνούν τα παιδικά χρόνια του Άρη, οι σπουδές του, οι επαναστατικές ενέργειες, η αντιστασιακή του κορύφωση. Συνυφασμένα με την ιστορική εξέλιξη στον τόπο μας, προβάλλονται η πολιτική του σκέψη, η κοινωνική και εθνική του δράση. Ο αναγνώστης του βιβλίου βλέπει τον Άρη από άνθρωπο να γίνεται επαναστάτης (και αντίστροφα), και από αδερφός του Μπάμπη να γίνεται αδερφός όλου του κόσμου.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπάσμα του βιβλίου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τα περιεχόμενα και το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

«Η περιπέτεια ενός ανθρώπου του 20ου αιώνα», Μυθιστορηματική βιογραφία, 1985

exofilo peripeteia

Το εξώφυλλο από τη «Περιπέτεια ενός ανθρώπου του 20ου αιώνα» όπως το φιλοτέχνησαν οι εκδόσεις ΚΨΜ. Το σκίτσο είναι του Δημήτρη Γιολδάση από τη συλλογή της οικογένειας του Μπάμπη Κλάρα.

Μια μυθιστορηματική βιογραφία του Μπάμπη Κλάρα στην οποία κυριαρχεί το στοιχείο της βιογραφικότητας, αλλά δεν απουσιάζει αυτό της ιστορικότητας. Η περιγραφή της ζωής του συγκεκριμένου ανθρώπου δεν εμποδίζει να βιογραφείται ταυτόχρονα και ολόκληρη η γενιά του. Μια γενιά που γεννήθκε, έζησε και πέθανε στον 20ο αιώνα. Άνθρωποι που έζησαν τα ίδια χρόνια, είδαν τα ίδια περιστατικά, και αγωνίστηκαν για τα ίδια πράγματα. Και αν όχι τα ίδια, παρόμοια.

Μέσα από τη χορεία αυτή ανθρώπων «…αναδύεται η μορφή ενός απλού ανθρώπου. Πέστε τον μικροαστό, αν θέλετε. Ή και διαννοούμενο αν προτιμάτε τέλος πάντων, ας τον πούμε πνευματικό άνθρωπο. Που ζει την καθημερινή ζωή, με κέφια και, με στεναχώριες, με λύπες και χαρές. Αλλά και δεν παύει να πορεύεται την ιδεολογική και αγωνιστική πορεία των συνανθρώπων του για μια καλύτερη και πιο ελεύθερη, ειρηνική εξανθρωπισμένη προκοπή.»

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπάσμα του βιβλίου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τα περιεχόμενα και το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Video με τις ομιλίες στην κεντρική παρουσίαση της τριλογίας.

Posted in Εκδηλώσεις 2015, Μπάμπης Κλάρας | Tagged , | 2 Σχόλια

Εκδηλώσεις τοπικού συμβουλίου Δομνίστας και Φιλοπρόοδου Συλλόγου Δομνίστας Ιούνιος 2015

Φέτος, όπως και κάθε χρόνο, το τοπικό συμβούλιο Δομνίστας και ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος Δομνίστας διοργανώνει εκδηλώσεις για την επέτειο της έναρξης της Εθνικής Αντίστασης. Το Σάββατο 6 Ιούνιο στις 20:00 θα γίνει  συζήτηση στο Πνευματικό Κέντρο της Δομνίστας με τον αντιστασιακό κ. Ανδρέα Κάππα και τον Πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, κ. Λευτέρη Τσόλκα. Θα ακολουθήσουν διάφορες εκδηλώσεις την Κυριακή 7 Ιουνίου στις 11:00 και η κεντρική ομιλία από τον κ. Νίκο Μανιό, οφθαλμίατρο, αντιστασιακό της περιόδου της Χούντας, και βουλευτή.

Η οικογένεια του Μπάμπη Κλάρα θα παρευρεθεί και αυτή σε αυτές τις εκδηλώσεις.

Εδώ μπορείτε να δείτε τις προσκλήσεις για αυτές τις εκδηλώσεις.

Πρόσκληση Δομνίστα Α fl

Πρόσκληση Δομνίστα Β fl

Posted in Εκδηλώσεις 2015 | Tagged , , , | Σχολιάστε

Ο μονοπόδαρος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Το παραμύθι ενός λαού που δεν είναι παραμύθι», 1985

Λίγο πιο μέσα από τη δαντελωτή ακρογιαλιά. Και λίγο ψηλότερα. Μια τετράγωνη ανηφοριά. Τυλιγμένη στην άχνα του λειψού φεγγαριού. Πιο πέρα, ψευδαίσθηση γαλαξία σε μια λουρίδα από τη μουντή απεραντοσύνη της θάλασσας. Πυγολαμπίδες στο βάθος τα γρι-γρι, αγκιστρώνουν την απλωμένη ματιά. Ξάρτια κι άρμενα μαζεμένα, ψαρόβαρκες και καϊκάκια, πιο δω, σε ψιθυριστό λίκνισμα. Τραγουδιστό φλοίσβημα κάθε φορά, που το ελαφρό κυματάκι προσφέρει το φιλντισένιο περιδέραιό του, θυσία στην ολύμπια γαλήνη της μάνας γης, τώρα, που το μαύρο πέπλο τής νύχτας κρύβει τα σμαραγδένια κάλλη της.

Και στην κορφή της ανηφοριάς, σαν αητοφωλιά, στημένο το τσαρδί. Μια συνηθισμένη συμπαθητική ταβερνούλα. Μάντρα. Ξύλα και κάρβουνα, στην άκρη. Βαρέλια, στη σειρά. Ισόγειο και πατάρι. Το τηγάνι με τις μαρίδες, στη μια γωνιά. Ο πάγκος με τη βαρελίσια φέτα και τον μπεζαχτά, στην άλλη. Ψαρίλα και τσίκνα. Μπορεί έξω στην αυλή να προσπαθεί η γέρικη κληματαριά να υψώσει τον άφωνο ύμνο της στο Θεό του Κεφιού. Μπορεί και κάποια λευκά πέταλα γιασεμιού, σ’ ένα τρελό συναγωνισμό με τη μυρωμένη αύρα και τη γλάστρα με το βασιλικό, να στυλώνονται στα πόδια τους, για ν’ ανεβάσουν πιο ψηλά το μεθυστικό θυμίαμά τους. Μα το χάχανο και το στριγγό γέλιο της κοσμικής παρέας, που ήρθε να πνίξει την ανία της, σκοτώνει τη γοητεία. Ενώ εδώ μέσα, όσο κι αν είναι θολός και βαρύς ο αγέρας, λεύτερη η ψυχή φτερουγάει γύρω από τους καημούς της. Άλλωστε, η τζαμαρία είναι ανοιχτή. Όποιος θέλει, ας απλώσει τη ματιά του και στην αυλή. Και πιο πέρα απ’ αυτήν, στο μυστηριακό θαλασσινό πανόραμα…

taverna

— Άντε, ρε παιδιά, πιέστε και καμιά γουλιά, έκοψε το συλλοϊσμένο μασουλητό της παρέας, ο Κουφός.

Ρικνός βραχνοκόκκορας, μάτια υγρά, χέρια γεμάτα μαύρες χαρακιές. Τσαγκάρης στη γειτονιά. Φαλτσέτα και τσαγκαροσούφλι, σπάγκος και προκαδούρα, ολημερίς στο χέρι. Ο μαστρο-Κωνσταντής με τ’ όνομα, άλλοτε. Τώρα, ξέπεσε. Και σα βαρυακούει λιγάκι, του κόλλησαν το παρατσούκλι. Ο μαστρο-Κωνσταντής ξεχάστηκε κι απόμεινε ο Κουφός. Μπορεί πολλές φορές, αν είναι κάτι που τον «συμφέρει», να ξυπνάει το αυτί του. Μα τις πιότερες… κοιμάται. Κι αφήνει τη γλώσσα του ν’ αλέθει τα δικά της, έστω κι αν άλλα τον ρωτάς κι άλλα σου αποκρίνεται.

— Ας όψεται, βλέπεις, η μηχανή. Ψίδια, λέει, θέλεις, σόλες θέλεις, τ’ αρπάζει αυτή και σε μισή ώρα, ορίστε, κύριε πελάτη, έτοιμα. Κι ο μάστορας δεμένος μαζί της. Ίδιος κι όμοιος μ’ αυτήν. Όχι, πέστε μου, δηλαδή, τι κάνει. Το νου του βάνει στο κέντημα, ή την καρδιά του στη φόρμα. Ε ρε, άλλοτε πώς χτυπούσε ρυθμικά το σφυρί του κι έλεε το τραγουδάκι του, βάζοντας την ψυχή του στο γαντοφορεμένο γοβάκι…

— Πάλι τα ίδια, μαστρο-Κωνσταντή; Πάλι υπερβολές; Μας τα έχεις πει χίλιες φορές, τον έκοψε ο Σοφός.

Σοφός μπορεί να ήτανε και να μην ήτανε. Πάντως, τυπογράφος ήτανε. Είδανε και τι δεν είδανε τα μάτια του. Γι’ αυτό και πετάχτηκαν έξω από τις κόχες τους κι η όψη του κιτρίνισε σαν το φλουρί. Θες από τη σοφία την πολλή, θες από το αντιμόνιο. Είχε άλλοτε και μακριά μαλλιά, σαν ποιητής, και δούλευε σαν καλλιτέχνης. Μα ποιος ποιητής τρώει ψωμί. Έκοψε λοιπόν το μαλλί, παράτησε το συνθετήριο και στρογγυλοκάθισε μπρος στη λινοτυπική. Αφέντης της κι αφέντρα του. Ίδιοι πάντα χτύποι του στα πλήχτρα, ίδιες πάντα μήτρες της στο αχνιστό μέταλλο. Ώρες σήμερα, ώρες αύριο. Κι η δουλειά, τραβάει σχοινί-γαϊτάνι.

— Την οξεία, δηλαδή, ή τη βαρεία σού στράβωσε; μπήκε στη μέση ο Ανυφαντής.

Δουλειά και παρατσούκλι, ίδιο πράμα. Όψη χαλκοπράσινη, από τις βαφές. Βήχας πνιχτός, από το μαλλί και το βαμπάκι, που κολλάει στο πνεμόνι.

— Αν δεν πούμε και τον πόνο μας, τότε τι να πούμε; Τραβάς το χερούλι, μπαίνει μπρος ο αργαλειός. Θαρρείς και δεν κάνεις τίποτε. Μόνο που σε κόβει η ορθοστασία. Μα, ώσπου να πεις Δόξα σοι ο Θεός, έλα πάλι Χριστέ και Παναγιά παρακαλάς. Καμένο πολλές φορές το υφάδι, σπάει. Σταμάτα, λοιπόν, ηλεκτρισμέ, να το κομποθιάσω. Χασομέρι, και η δουλειά να είναι αποκοπή. Δεμένος στη μηχανή κι όσο θέλει αυτή θα βγάλει. Κι εσύ βγάλε τα μάτια σου…

— Γιατί, δηλαδή, εμείς δεν τα βγάζουμε; ανασήκωσε τη μελιτζανιά μύτη του, που βουτούσε κείνη τη στιγμή στο ποτήρι, ο μπαρμπα Στέργιος. Δυο κοκκινισμένα μάτια ανοιγόκλεισαν από χρόνια συνήθεια για ν’ αποφύγουν κάποια αόρατη σκόνη. Και το μαραμένο στόμα συνέχισε τον καημό του:

— Έλα να δουλέψεις στα ηλεχτρικά και σου λέω εγώ. Ξέρεις τι θα πει ν’ ανοίγεις τρύπες κι αυλάκια σε τοίχους και ταβάνια, για να βάλεις τακάκια ή να περάσεις σωλήνες με σύρματα; Κορμί τσακισμένο από τη δουλειά και ψυχή βαλαντωμένη από τη μονοτονία…

— Μονοτονία είπες; Και τι μπορεί να ξέρεις εσύ από μονοτονία; τον αντίκοψε ο κ. Βασιλάκης.

Δυο μαύρες χάντρες στριφογύριζαν δεξιά-ζερβά σ’ ένα θολό γυαλί και μια σπάτουλα που παριστάνει τη γλώσσα, μαζεύει από τον ξηραμένο ουρανίσκο το σάλιο για να ξεστομίσει λόγια για δίκαια και άδικα. Μπορεί να σκάζει ο τζίτζηρας. Αλλά το κολλάρο κι η γραβάτα βρίσκονται πάντα σφιγμένα στη θέση τους, για να θυμίζουν τη δικηγορική αξιοπρέπεια, όσο κι αν καμιά φορά ξεπέφτει ακόμη και στο Πταίσμα για να τουφεκίσει το χιλιάρικο.

— Άντε να γράφεις μια ζωή ολόκληρη «Επειδή και διά ταύτα» κι έλα ύστερα να μιλήσουμε για μονοτονία.

— Αν πιάσεις εσύ το «Επειδή» σου και λόγου μου το «Ευπειθώς αναφέρομεν», άκρη δε βρίσκουμε, έβγαλε τη σβησμένη του φωνή το Φάντασμα.

Φάντασμα, δηλαδή, δεν ήτανε ο κ. Μήτσος. Ήταν όμως δημόσιος υπάλληλος και το ίδιο κάνει. Πέτσινο σακκούλι κόκκαλα δίχως σάρκες, διπλοί φακοί στα μυωπικά μάτια, τριμμένοι αγκώνες και πισινοί. Αλλά τσάκιση στην τρίχα και κολλάρο στην πένα, θηλειά στο λαιμό του σακουλιού. Η «παράστασις» το απαιτεί. Και το λογικό αποζητάει τη λησμονιά:

— Πιέστε και κανένα ποτήρι, πέστε και καμιά άλλη κουβέντα…

Μπορεί να το είπε ο Μήτσος, μα σαν να μην τον άκουσε η παρέα. Είχε πάλι βυθιστεί στη συλλοή της. Έτσι άλλωστε γινόταν μ’ όλες τις παρέες. Πότε ξεσπούσαν σε πνιχτές κραυγές διαμαρτυρίας, πότε σε χάχανα υστερικά και πότε βυθίζονταν σε νάρκη. Κύματα από το ανθρώπινο ποτάμι που μοιραία ακολουθεί την κοίτη που του χαράζει η ρουτίνα της ζωής. Ατέλειωτο γύρισμα στο μαγκανοπήγαδο με τον ίδιο αιώνια μονότονο ρυθμό. Τον δίνουν οι χτύποι της αλυσίδας με τους κουβάδες, που ανεβάζουν και ξεχύνουν το νερό για τον ίδιο πάντα σκοπό. Δίχως αλλαγή καμιά. Με τις ίδιες στερεότυπα μικρές ή μεγάλες χαρές και λύπες. Ασάλευτο στην αέναη κίνησή του τέλμα. Πλήξη, που φουντώνει σε άγχος για να ξεφουσκώσει σε χαύνωση. Κι αν κάποτε ξεσπάει σ’ απίθανες φυγές ή εκρήξεις, ξαναγυρνάει πάντα στην αλυσίδα με τους κουβάδες για να συνεχίσει το κλωθογύρισμα της ανίας… Κείνη τη στιγμή ακούστηκαν κουρδίσματα στην αυλή. Ήταν η ώρα του Μπασαδούρα. Ένα πάντσο λιγδιασμένο. Μια πένα στο τρεμουλιαστό χέρι. Μάτια γουρλωμένα, λαρύγγι φουσκωμένο, βραχνό μουγγανητό:

…Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι

των ερώτων φαιδρά εποχή…

Τι ωραίος τύπος, γρύλισε απ’ αντίκρυ μια ξεμπρατσωμένη μικρή που συνόδευε μια πρησμένη κοιλιά.

‘Ήταν από την κοσμική παρέα, που ήρθε να σπάσει κέφι στη λαϊκή ταβέρνα. Κίτρινο κουδούνισμα στην τσέπη, λίγδα στο πετσί, μπογιά στο μαλλί.

taverna2

— Είναι η πρώτη από τις ατραξιόν, χρυσή μου. Δε σου είπα πως εδώ θα ξεφύγουμε λίγο από την κοσμική καθημερινή μας ρουτίνα;

— Όχι, πες το ψέματα δηλαδή, πως ρουτίνα είναι κι η δική σου η ζωή, έκανε παράξενα, σα να έβλεπε όνειρο και ξεπεταγόταν από το λήθαργό του, ο Κουφός, που κατά περίεργη σύμπτωση είχε αυτή τη φορά ακούσει την κουβέντα κι ας ήταν από μακριά.

— Τώρα αν θα την ξεφύγει κι εδώ, δεν το εγγυώμαι, συμπλήρωσε ο Σοφός. Άντε, εβίβα, παιδιά… Τσουγκρίσματα, σπίρτο στο τσιγάρο, καπνοί, θολούρα. Και στην ώρα επάνω, να σου η κ. Ευτέρπη.

— Μήτσο, έρχεσαι μια στιγμή να σου πω;

Ήταν η γυναίκα του γραφιά. Με τρόπο ερχόταν να συμμαζέψει τον άντρα της. Ο Μήτσος σηκώθηκε. Κι η παρέα τον ξεπροβόδισε χωρίς να του χαρίσει κάστανα:

— Ε ρε, τσόκαρο που θα δουλέψει σπίτι, μουρμούρισε κρυφογελώντας ο μπαρμπα-Στέργιος.

— Αν το έπαιρνε χαμπάρι το αφεντικό απ’ έξω, θα μίλαγε για δεύτερη ατραξιόν, διόρθωσε ο Κουφός.

— Να δεις που θα τριτώσει η… ατραξιόν κι απόψε, όπως κάθε βράδυ, για να μην έχει παράπονο ο κύριος της αυλής, ότι δεν έσπασε το κακό της ρουτίνας, πρόσθεσε ο Ανυφαντής. Πρόσμενε σε λίγο και τον Μονοπόδαρο.

— Αλήθεια, δε σας είπα ποτέ την ιστορία του, σα να δικαιολογήθηκε ο κ. Βασιλάκης. Το ξέρετε δα, πως ήμασταν συνάδελφοι και πως συνδεόμασταν από μικρά παιδιά. Μοναχοπαίδι ήταν. Μη στάξει και μη βρέξει, τον είχε η μάνα του. Ήσυχα κι αμέριμνα κυλούσε η ζωή του, ως το Σαράντα, τότε που σα μπόρα μέσα στη γαλήνη, ξέσπασε το κακό του πολέμου. Θυμάμαι σαν τώρα τις αξέχαστες εκείνες ημέρες. Αγανάκτηση και φόβος, αγωνία κι ενθουσιασμός, αγάπη για τη ζωή κι απόφαση για το θάνατο, ανακατεμένα με ουρλιάσματα σειρήνων, με βόμβους αεροπλάνων, με καμπάνες και ζητωκραυγές, με παράτες και τραγούδια. Η φωνή της πατρίδας και της ανθρωπιάς καλούσε γενικό συναγερμό… Όλος ο κόσμος έδινε το παρών.  Πρώτος μες στους πρώτους κι ο Νίκος, κι ας μην ήτανε η σειρά της ηλικίας του. Ζωντανή ακόμα προβάλλει μπροστά μου η σκηνή με τη μάνα του, όταν πήγαμε μαζί να της πούμε την απόφασή μας.

taverna3

— Η άδικη επίθεση ξέσπασε, μάνα, κι έχουμε χρέος να πολεμήσουμε όλοι, της είπε.

Στάθηκε για μια στιγμή η δόλια η μάνα και τον κοίταξε κατάματα. Βυθομετρούσε την ψυχή της φύτρας της. Σαν ν’ αντίκριζε τη μορφή του πατέρα. Έτσι όπως την είδε για τελευταία φορά στον περασμένο πόλεμο. Για τελευταία, γιατί από τότε δεν την ξαναείδε. Το μικρασιατικό χώμα τη σκέπασε για πάντα. Και τώρα, σα να την ξανάβλεπε ζωντανή μπροστά της. Στα μάτια του γιου ξανάβλεπε τα μάτια του πατέρα, ζωντανεμένα, αποφασιστικά, όπως τότε, που τα έβλεπε για τελευταία φορά στον άλλο πόλεμο. Σα μια αστραπή, που έσκιζε το σκοτάδι του μυαλού της. Ένα σύγκρυο ανατάραξε το κορμί της. Η γλώσσα της δέθηκε.

— Πρέπει, μάνα, πρέπει όλοι να πολεμήσουμε. Καλύτερα να πεθάνουμε ελεύθεροι όρθιοι, παρά σκλάβοι γονατιστοί…

Δυο δάκρυα αργοκυλούν από τα βουρκωμένα μητρικά μάτια. Σφίγγει και του νιου η καρδιά. Κι η μάνα που ήξερε τον πατέρα, η μάνα που ξέρει και το γιο της, με κόπο προφέρει:

— Δε θα ήθελα με το δικό μου σπαραγμό να σπαράξω και τη δική σου την καρδιά. Στο καλό, παιδί μου. Με την ευχή μου να γυρίσεις να σε ξανασφίξω στην αγκαλιά μου…

Σταμάτησε για λίγο ο κ. Βασιλάκης, άναψε ένα τσιγάρο και, συνεπαρμένος από τα λόγια του, συνέχισε την αφήγησή του, που με θρησκευτική σιγή παρακολουθούσε όλη η παρέα:

— Σαν ήρωας πολέμησε ο Νίκος στα ηπειρωτικά βουνά. Κι ο πόλεμος τον πλήρωσε. Του ρούφηξε κάμποσο από το αίμα του, του άρπαξε κι ένα κομμάτι από το κορμί του. Μα δε μπόρεσε να του πάρει την ψυχή. Να δεις πώς έχασε το πόδι του. Είχαμε συρθεί προς τις ιταλικές γραμμές. Οι Ιταλοί προς τις δικές μας. Για ανίχνευση, για πληροφορίες. Μερικές ντουφεκιές. Ξεστομίζει ένα: Ωχ! Ωστόσο, με τα χέρια αδράχνει έναν Ιταλό. Αν ήταν άλλος, θα τον είχε σκοτώσει.

Αυτός όμως δεν το θεώρησε τίμιο. «Πολεμάει κι αυτός σαν κι εμάς», αρκέσθηκε μόνο να πει και σεβάστηκε το συνάνθρωπό του. «Δράσις περιπόλων», έγραφε την άλλη μέρα το ανακοινωθέν. Αυτό ήταν όλο. Κι ύστερα, το κόψιμο ενός ποδιού. Κι από Νίκος, έγινε Μονοπόδαρος. Ένας μονοπόδαρος, που το έδειξε και στην κατοχή. Ήρωα τον ανέβαζαν στον πόλεμο, κι από ήρωα δεν τον κατέβαζαν στην Αντίσταση… Ήρθαν ύστερα τα χρόνια της ειρήνης. Παράσημο και σύνταξη. Διπλή χαρά της μάνας. Μα κάποιο σύννεφο σκίαζε τα μάτια του γιου. Θυμάμαι, με τι λόγια η μάνα προσπαθούσε να γλυκάνει την καρδιά του παιδιού της:

— Ε, δόξα σοι ο Θεός, Νίκο μου. Τώρα θα ησυχάσουμε.

— Θυμάσαι τ’ όνειρό σου, μάνα; της έλεγε. Να πάρω δίπλα μου μια κοπέλα, να έχεις κι εσύ κορούλα, που τόσο λαχταρούσες και που δεν πρόλαβε να σου χαρίσει ο πατέρας;

— Ναι, Νίκο μου, το θέλω αυτό. Θέλω πριν κλείσω τα μάτια να σε δω αποκαταστημένο. Να ξέρω πως κάποιος άλλος θα σε φροντίζει, όπως σε φρόντισα εγώ. Κι ύστερα ας κλείσω τα μάτια…

— Σώπα, μη λες άσχημα λόγια. Αν γίνει αυτό, τότε δεν θα τα κλείσεις. Θα περιμένεις τα εγγονάκια. Να τα χορεύεις στα γόνατά σου, να τα νανουρίζεις με τα τραγούδια σου, να τα κοιμίζεις με τα παραμύθια σου…

— Μακάρι, Νίκο μου, να μ’ αξιώσει ο Θεός.

Ήταν οι μέρες που τα όνειρα γλύκαιναν τις πίκρες της ζωής. Ωστόσο, η σκιά δεν έφευγε από τα μάτια του Νίκου. Κι έρχονταν στιγμές, που γινόταν μαύρο σύννεφο και ξεσπούσε σε καταιγίδα.

Τότε έβγαιναν από το στόμα του λόγια παράξενα. Μιλούσε για υπανθρώπους, που παρίσταναν τον υπεράνθρωπο, αφού πρώτα είχαν αρνηθεί τον άνθρωπο. Για αξίες χαμένες, κι ανάξια ανεβασμένες αναξιότητες. Για μηχανές, που συνθλίβανε τον άνθρωπο, για ανθρώπους που έχασαν τον εαυτό τους, για την ανάγκη να ξαναστηθεί ο άνθρωπος στο θρόνο της ανθρωπιάς, ώσπου τον έπιανε μια παράξενη μελαγχολία κι έτρεχε, όπως τα μικρά παιδιά, να βρει παρηγοριά στη μητρική αγκαλιά…

Άλλοτε πάλι, ησύχαζε και το έριχνε κάπως έξω. Λίγο κρασάκι. Μια παρεΐτσα. Ένα αστείο, ένα τραγουδάκι, χαρούμενο κάπως αντίκρισμα της ζωής. ‘Ήταν οι μέρες της ψυχικής του αιθρίας, που σύντομα όμως τις διαδέχονταν μέρες ψυχικής βαρυχειμωνιάς. Ώσπου ο κόσμος άρχισε να πιστεύει πως ο Νίκος είχε χάσει τα λογικά του. Κι από ήρωα που τον ανέβαζε άλλοτε, τώρα δεν τον κατεβάζει από τρελό. Φαίνεται πραγματικά σαν να έχει χάσει τον εαυτό του. Τριγυρνάει από ταβέρνα σε ταβέρνα, κουτσοπίνει και λέει παράδοξες ιστορίες. Μυστήριο πράμα. Λες κι η ειρήνη τού πήρε την ψυχή, που δεν είχε καταφέρει να του πάρει ο πόλεμος…

Εκείνη τη στιγμή αντήχησαν από το πλακόστρωτο της αυλής χτυπήματα ξύλινου ποδαριού και σε λίγο πρόβαλε το χλωμό πρόσωπο του Μονοπόδαρου. Βουλιαγμένα μάγουλα και μάτια που μέσα τους αργοσβήνει κάποια παλιά λάμψη.

— Βρε, καλώς τον Νικολάκη. Να δεις, που αυτή τη στιγμή είχαμε την κουβέντα σου. Πολλά χρόνια θα ζήσεις. Κάτσε, Νίκο. Σταύρο, ένα καθαρό ποτηράκι.

— Γεια χαρά, παιδιά.

Άπλωσε το ξύλινο ποδάρι κι έριξε το βάρος του κορμιού του στο γερό. Ευχήθηκε στην παρέα και κατέβασε το πρώτο.

— Καλή καρδιά.

— Ό,τι αγαπάς.

Τράβηξη φαίνεται έχει απόψε. Κατεβάζει δεύτερο και με μια μπουκιά, τρίτο ποτηράκι. Το πρόσωπό του φωτίζεται από κάποια ιλαρότητα, η γλώσσα του αρχίζει να λύνεται.

— Όχι κατεβασμένα μούτρα, παιδιά, όχι γρουσουζιές. Γελάστε. Μόνο το γέλιο αξίζει στη ζωή, το γέλιο δίνει ζωή. Χα, χα, χα, γέλιο πλατύ. Χι, χι, χι, γέλιο σφυριχτό. Εβίβα.

— Στην υγειά σου, Νίκο.

— Ψοφάω απόψε για κουβέντα. Έτσι μου ’ρχεται να πω ένα παραμύθι. Αν είχα μάλιστα δυο πόδια, θ’ ανέβαινα στην καρέκλα να το πω φωναχτά, να τ’ ακούνε όλες οι παρέες.

— Και καθιστόν, θα σ’ ακούνε.

— Είναι ένα… ναυτικό παραμύθι, που μου τριβελίζει το μυαλό.

Θα σας το πω να ησυχάσω. Ακούστε το:

Ταξιδεύαμε μ’ ένα μεγάλο καράβι. Κι εκεί στη μέση του ωκεανού, μας βρήκε μεγάλη φουρτούνα. Το καράβι βούλιαξε. Ναυαγισμένος στη θάλασσα, έχασα τις αισθήσεις μου. Συνηθισμένα πράματα. Αλλά τούτο είναι το ασυνήθιστο: Όταν ξύπνησα, χωρίς να ξέρω πώς, βρέθηκα σε μια παράξενη πολιτεία, που πρώτη φορά αντίκριζαν τα μάτια μου. Σταμάτησε για μια στιγμή, κατέβασε ένα ποτηράκι, άναψε τσιγάρο, ρούφηξε δυο-τρεις απανωτές και συνέχισε σαν ονειροπαρμένος, με μάτια καρφωμένα σε ακαθόριστο σημείο.

— Παράξενη Πολιτεία. Φως, χωρίς ημέρα. Σκοτάδι, χωρίς νύχτα. Δάση, χωρίς δέντρα. Νερά, χωρίς πηγές. Μπογιές, χωρίς χρώματα. Πουλιά, χωρίς φτερά. Σπίτια, χωρίς δωμάτια…

paramythi

Το εξώφυλλο του «Παραμυθιού» της έκδοσης του 1983.

Παράδοξοι κι οι κάτοικοί της. Μέταλλα βαμμένα. Λαμπιονάκια, που κάθε τόσο ανάβουν και σβήνουν, για να ξανανάψουν και να ξανασβήσουν. Γεμάτοι κουμπιά, που πετιούνται και ξεπετιούνται μόνα τους. Ένα χερούλι πάει δεξιά-ζερβά κι απλώνει κάτι, που μοιάζει με ύφασμα. Ένα μαχαίρι σκίζει ατέλειωτες λουρίδες, σαν πετσί. Ένας μύλος γυρίζει και σταμπάρει μια κορδέλα με τα ίδια πάντα γράμματα. Ένας σωλήνας ξεχύνει κάτι σαν αυτά. Μια σύριγγα τρυπάει ένα ασκί που φουσκώνει, ξεφουσκώνει και πετάει στο τέλος από το λαιμό του κάτι σαν βαρελάκι, όμοιο με τ’ άλλα παράδοξα όντα, σα μέταλλο βαμμένο, γεμάτο κουμπιά και λαμπιονάκια. Μασέλες ανοιγοκλείνουν. Κόβουν, καταπίνουν και ξεμετούν κάτι μικρά στρογγυλά πραματάκια που αστράφτουν, καθώς όλα τα λαμπιονάκια, απ’ όλα τα παράδοξα όντα, στυλώνονται πάνω τους αναμμένα. Απόχες τ’ αδράχνουν, τα περνούν από χερούλι σε χερούλι και τα σωριάζουν μπροστά σε κάτι κουτιά σα ρουφήχτρες, που διαρκώς προσκυνάνε. Κάθε μετάνοια, κι ένα ρούφηγμα της ρουφήχτρας…

Τότε στήνουν, σα σε ξόανο μπροστά, τον τρελό χορό τους, τα παράδοξα όντα. Βλέπουν, χωρίς μάτια. Ακούνε, χωρίς αυτιά. Μιλούν, χωρίς στόμα. Καρδιές, χωρίς παλμούς. Σκέψεις, χωρίς εγκέφαλο. Μετρούν, χωρίς αριθμούς. Αριθμούν, χωρίς να μετρούν. Περπατούν, χωρίς πόδια. Κυλούν σπασμωδικά, σα ρόδες με δόντια. Τα δόντια της μιας ρόδας μπλέκουν στα δόντια της άλλης. Η μια έρχεται, η άλλη φεύγει. Η πρώτη φεύγει, δεύτερη έρχεται. Ένα ατέλειωτο γρανάζι. Αεικίνητο, σ’ αέναη λειτουργία. Ολημερίς κι ολονυχτίς.

Κι ο τρελός αυτός χορός, που έχουν στήσει τα παράδοξα όντα της παράξενης πολιτείας, τελειωμό δεν έχει…

— Χα, χα, χα, ένας τριπλός καγχασμός έκοψε στη μέση τα λόγια του Μονοπόδαρου.

Είχε φτάσει από την αυλή, σαν ξέσπασμα χωνευτικό της πρησμένης κοιλιάς, που τ’ αυτιά της είχαν αρπάξει τον ακατανόητο μονόλογο του τρελού ήρωα. Η παρέα κοιτάχτηκε,  αρρώντας πως θα ξεσπούσε σε θυμό ο Μονοπόδαρος.

— Χι, χι, χι, ξέφτισε μόνο σαν ηχώ ένας σφυριχτός γρυλισμός του, καθώς τα μάτια του είχαν αστράψει όταν γύρισαν κατά την παρέα της αυλής, που είχε καγχάσει. Ιλαρότητα απλώθηκε στο πρόσωπό του.

— Άντε, εβίβα, παιδιά, στράφηκε προς την παρέα του. Αν λέω και καμιά κουταμάρα, μη με παρεξηγείτε. Το κρασί, βλέπετε. Ωστόσο, το παραμύθι δεν έχει τελειώσει.

— Μη δίνεις σημασία στον κόσμο, σεκοντάρισε ο Σοφός.

— Λοιπόν, τι λέγαμε; Για τον γραναζένιο χορό της ρόδας. Α, ναι, εδώ αρχίζει το πιο γουστόζικο μέρος της ιστορίας. Γιατί, τον Χορό της Ρόδας, τον χάλασε ο Χορός των Νεκρών. Εκείνο που είδαν τα μάτια μου, δε λέγεται: Νεροποντή, κατακλυσμός. Φωτιά τα σύννεφα, ατσάλι οι σταγόνες. Μερικές ρόδες σπάζουν. Το γρανάζι χαλάει. Η κίνηση σταματάει. Κάθε ρόδα κυλάει όπου βρει για να κρυφτεί. Η μια χτυπάει πάνω στην άλλη. Πάταγος και χλαλοή. Καταστροφή, συντρίμμια.

— Χα, χα, χα, έτσι μου ’ρχεται να καγχάσω εγώ τώρα. Θα πείτε, γιατί; Γιατί, να τι προηγήθηκε από την καταστροφή: Καθώς έτρεχα κι εγώ να κρυφτώ κάπου για να σωθώ, πατώ σε μια πλάκα.

«Με πόνεσες», ακούω μια σβησμένη φωνή, σα να έβγαινε από τάφο.

«Ποιος είναι;» ουρλιάζω τρομαγμένος.

«Σήκωσε την πλάκα να δεις», μου απαντά η φωνή.

Τη σηκώνω και ξεπετιέται μια πεταλούδα. Μια μικρή ψυχή. Πετάει τριγύρω. Δε βρίσκει πού να σταθεί και χώνεται μέσα σε μια ρόδα. Αυτό ήταν, σκέφτηκα και το ’βαλα πάλι στα πόδια για να σωθώ από τη νεροποντή. Μα ξαναπατώ σ’ άλλη πλάκα. Καινούργιο ξεφωνητό, ανασήκωμα της πλάκας, δεύτερη ψυχή. Πιο κει, άλλη πλάκα. Τούτη τη φορά, την ανασηκώνω χωρίς να την πατήσω. Ακούω χαρούμενο, σαν «ευχαριστώ», ξεφωνητό και βλέπω τρίτη ψυχή. Όλος ο τόπος είναι γεμάτος πλάκες, που σαν ταφόπετρες σκεπάζουν πανώριες πεταλούδες. Τις ανασηκώνω τη μια μετά την άλλη. Γεμίζει ο τόπος ψυχές. Πετούν σα να χαίρονται Ανάσταση. Τρέχουν και φωλιάζουν μέσα στις ρόδες. Κάθε ρόδα, κι ένας ήχος, ένα σχήμα, ένα χρώμα. Ξεχωριστά η μια από την άλλη. Όμοια με την πεταλούδα, που φώλιασε μέσα της. Κι οι ρόδες-πεταλούδες αποκτούν ανθρώπινη μορφή, σα να ξαναβρίσκουν το χαμένο εαυτό τους. Στυλώνονται στα πόδια τους. Απλώνουν τα χέρια τους. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Κάτι σαν άντρας. Κάτι σαν γυναίκα. Κάτι σαν μωρό. Χαϊδεύει ο ένας την άλλην, χορεύουν κι οι δυο στα γόνατά τους το μωρό, κι εκείνο ψελλίζει κάποιο τραγουδάκι. Σμίγουν κι οι τρεις σε μια φωλιά. Ένα σπίτι με δωμάτια. Γύρω, ένα δάσος με δέντρα. Ένα χρυσάφι από ήλιο. Ένα ασήμι απ’ αστέρια. Ο αγέρας έχει κοπάσει και σφυρίζει ένα χαρούμενο σκοπό. Ρυάκια κρατούν τον κρυστάλλινο ρυθμό. Πεταλούδες τρέχουν να δροσιστούν. Πουλιά κελαϊδούν…

Το κεφάλι του Μονοπόδαρου έγειρε προς τα εμπρός. Το στόμα του ρούφηξε ένα ποτήρι. Σα να τέλειωσε φάνηκε το παραμύθι και κάποιος αναστεναγμός με ανακούφιση βγήκε από τα στήθη της παρέας. Απότομα, το κεφάλι του Μονοπόδαρου ανασηκώθηκε και τα μάτια του σκοτεινιασμένα βυθίστηκαν στο άπειρο. Το πρόσωπό του πήρε αλλόκοσμη όψη. Τ’ αυτιά του τεντώθηκαν σα να προσπαθούσαν ν’ αρπάξουν κάποιες υπόκοσμες μυστηριακές φωνές. Η γλώσσα ξέσπασε σ’ έναν κάπως ακατάληπτο χείμαρρο:

— Χα, χα, χα, τι φαντάστηκε ο τρελός. Πεταλούδες, λέει, κάτω από ταφόπετρες. Ψυχές, που φωλιάζουν μέσα σε ρόδες, και τις κάνουν ανθρώπους. Μα δε βλέπεις, χριστιανέ μου, τις στρατιές από τα ρομπότ, που προχωρούν; Ηλίθιε. Κάνε τόπο να περάσουν μη σε λιώσουν κάτω από τα σιδερένια πέλματά τους. Οι ρόδες με τα σουβλερά δόντια μπλεγμένα μεταξύ τους, εξακολουθούν να κυλούν. Το γρανάζι δουλεύει ακόμη. Άντρες της Ρομποτίας, προσοχή: Η Α.Μ. Ρομπότ ο Α’ περνά. Και κυβερνά…

Ήταν το τελευταίο του ξέσπασμα. Τα μάτια χαμήλωσαν κι υγράθηκαν. Δυο διαμαντένιες σταγόνες πέφτουν στο ποτήρι, καθώς αδειάζει στο ξεραμένο λαρύγγι.

— Να με συχωράτε, παιδιά, αν σας κακοκάρδισα με το τρελό μου παραμύθι. Καληνύχτα.

Είπε και στηλώθηκε στο ξύλινο ποδάρι. Μ’ αργό ρυθμό αντήχησε από τα βήματά του το πλακόστρωτο, ώσπου χάθηκε έξω από τον αυλόγυρο η σκοτεινή φιγούρα του. Αλλά σε λίγο, σαματάς και φωνές έφεραν ως μέσα στην ταβέρνα ένα αναπάντεχο θλιβερό μήνυμα:

— Ο Μονοπόδαρος. Ο Μονοπόδαρος…

Όλοι πετάχτηκαν έξω να δουν τι συμβαίνει. Κι αντίκρισαν τον Μονοπόδαρο με κλειστά τα μάτια. Ένα αυτοκίνητο τον είχε χτυπήσει. Μια ρόδα του είχε λιώσει το γερό πόδι και άλλη το κεφάλι.

Πρόσωπα βουβά, θλιμμένα τριγύρω. Σηκώνουν τον άψυχο πια Μονοπόδαρο. Κι ενώ η μακάβρια συνοδεία απομακρύνεται, από την πρησμένη κοιλιά με τη χαλασμένη χώνεψη, φωνή εγγαστρίμυθη αντηχεί:

— Με τις ρόδες τα είχε ο μακαρίτης κι από ρόδα πήγε…

Και οι λογαριασμοί πληρώνονται, για να επαναληφθεί άλλη μέρα με καλύτερες συνθήκες το γλέντι…

Posted in Αποσπάσματα από τα βιβλία του Μπάμπη Κλάρα, Χωρίς κατηγορία | Tagged , , , , | 1 σχόλιο

Συζήτηση με τον κατοπινό Άρη και ομιλία με στήριξη στον Κορδάτο.

«…αναπτυσσόταν η σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική διαλεκτική και την ειρηνική ιδιοσυγκρασία»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Η περιπέτεια ενός ανθρώπου του 20ου αιώνα», 1985

Συζήτηση με τον κατοπινό Άρη

Τότε ήταν που ξαναγύρισε ο Θανάσης στη Λαμία, να ξανασάνει και να καταταγεί στο στρατό ως κληρωτός του 1925. Σοβαρός και στοχαστικός, λιγομίλητος και αποφασιστικός. Με ξελαγαρισμένο το μυαλό και με κατασταλαγμένες κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Στην τραπεζαρία του σπιτιού, την ώρα που οι άλλοι έπαιρναν τον απογευματινό ύπνο τους, έπαιρναν και έδιναν οι συζητήσεις ανάμεσα στα δυο αδέρφια. Με ήρεμο τόνο, αλλά και πολλή ζέση, στρέφονταν γύρω από την κοινωνική αθλιότητα και την ανάγκη της αλλαγής, για την κατάλυση της δικτατορίας και την ελευθερία, για τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό. Συμφωνούσαν στα περισσότερα. Αλλά και διαφωνούσαν σε άλλα. Ήταν ένας διάλογος ανάμεσα σε μια επαναστατική συνείδηση και μια μεταρρυθμιστική θέση.

Έπρεπε να αλλάξει όλο το σύστημα της παραγωγής και διανομής των αγαθών υποστήριζε ο πρώτος, για να μπορέσουν οι εργάτες, μαζί τους και όλος ο λαός, να λυθούν από τα δεσμά τους. Πίστευε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μια νέα διαφορετική από την αστική, κοινωνία, με κοινή ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή στην κατανάλωση των προϊόντων. Χρειαζόταν έλεγε, ένα νέο κοινωνικό σύστημα, που καθοδηγούμενο από την εργατική τάξη ως επαναστατική πρωτοπορεία, θα έπαιρνε σε μια πρώτη φάση την εξουσία, θα περνούσε από τον σοσιαλισμό και θα έφθανε τελικά στο κομμουνισμό. Με κύρια χαρακτηριστικά την ανάπτυξη της ειρηινικής παραγωγής και την άνετη στο τέλος ικανοποίηση των αναγκών όλων των ανθρώπων. Ανεξάρτητα από την ατομική του καθενός προσφορά, αυτό θα ήταν εφικτό, αφού θα έλειπαν, σε οικουμενική κλίμακα, οι πολεμικές καταστροφές και οι σπατάλες των εξοπλισμών και της ανενδοίαστης πολυτέλειας.

 Ο δεύτερος δεν το απόστεργε αυτό. Το όραμα του ήταν αρκετά δελεαστικό για τον ίδιον και για κάθε άνθρωπο. Το έβλεπε, όμως, ως ιδανικό, όπου θα έπρεπε να κατατείνουν. Θα γινόταν πραγματικότητα μόνο με μια μακριά πορεία, που θα περνούσε από πολλά εξελικτικά στάδια.

Όχι αντέλεγε ο Θανάσης. Πρέπει να πάψει να εξουσιάζει την οικονομία και την πολιτική η αστική τάξη, πρέπει να πάρει και τα δυο στα χέρια της η εργατική τάξη, για να μπορέσει να γίνει και να διατηρηθεί η ριζική αλλαγή. Αλλιώς, η εκμετάλλευση και η καταπίεση θα συνεχίζονται και οι διάφορες μεταρρυθμίσεις, που θα γίνονται μόνο κάτω από την πίεση των μαζών, θα ξεφτίζουν και θα χρησιμεύουν μόνο για να κράτουν τον σκλάβο στα δεσμά του. Μόνο μια επανάσταση θα σώσει την κατάσταση. Όπως χρειάστηκε να γίνει η αστική επανάσταση για να απαλλαγεί ο κόσμος από τα δεσμά της φεουδαρχίας, έτσι χρειάζεται και σήμερα μια προλεταριακή επανάσταση για να απαλλαγεί ο κόσμος από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατίας. Έτσι μόνο θα λείψουν οι οικονομικές κρίσεις, που τα σπασμένα τα πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Έτσι θα  λείψουν και οι πόλεμοι με τα ποτάμια ανθ΄ρωπινο αίμα που χύνονται από τους λαούς. Έτσι θα βαλεύσει στον κόσμο η ειρήνη, με τους υλικούς και πνευματικούς καρπούς της. Με τον άνθρωπο στο θρόνο του ανθρώπου, ελεύθερο και γεμάτο αδερφοσύνη προς το συνάνθρωπο του.

Βέβαια, όλα αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζονται αγώνες σκληροί για να αποσπαστούν παραχωρήσεις από το κεφάλαιο και για να παρθεί η εξουσίας από το λαό. Χρειάζεται να πεισθούν για τους αγώνες αυτούς οι μάζες που θα τους κάνουν. Αυτές που θα είναι και ο κινητήριος μοχλός για την επαναστατική αλλαγή. Αλλά και τα άτομα δεν παύουν να πάιζουν το ρόλο τους. Μέσα από τις μάζες ξεπετιούνται οι συνειδητοί επαναστάτες. Με τη σειρά τους και αυτοί, οργανωμένοι και συσσωματωμένοι στο επαναστατικό τους κόμμα, επικεφαλής των μαζών και ενωμένοι μ’ αυτές, πρωτοπορούν και φέρνουν σε πέρας την επαναστατική διαδικασία που επιφέρει τη ριζική κοινωνική αλλαγή και την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα κοινωνικά και τα προσωπικά δεσμά του…

Ο Θανάσης μιλούσε με μια εσωτερική φλόγα, που ξεχυνόταν σαν μια λάβα λόγου, θέρμαινε την καρδιά και φτέρωνε το μυαλό. Με μια πίστη και μια ελπίδα, που έλεγες: νάτην, έγινε κιόλας η επανάσταση! Νάτην, έγινε κιόλας η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα ανθρώπινα δεσμά του. Και ίσως να μην είχε και άδικο. Επειδή ο ίδιος είχε κιόλας απαλλαγεί από τα δικά του κοινωνικά και ατομικά δεσμά. Αυτή η απαλλαγή ήταν η μεγάλη εσωτερική του αλλαγή που είχε επέλθει μέσα στο καμίνι των ιδεών και της πρώτης αγωνιστικότητας του. Μέσα από αυτό ξεπηδούσε πλέον σφυρηλατημένος, αλύγιστος, ατσάλινος, άτρωτος, εξαγνισμένος, αποφασισμένος να δώσει ακέριον τον εαυτό του στην ιδέα την τρανή. Εκείνη την ιδέα την τρανή πουν ανυμνούσε το πρώτο τραγούδι της Κόκκινης Πρωτομαγιάς, που τραγουδούσε τη ματωμένη Πρωτομαγιά του 1924 στην Αθήνα. Η ιδέα που «όλο τον κόσμο αγκαλιάζει, πιο ψηλά από τους αστούς, πάνω από σύνορα και νόμους». Αυτή, γαλβάνιζε τους αγωνιστές της εποχής του, και δε μπορεί παρά να γαλβανίζει και τους άλλους ανθρώπους…

Ο Μπάμπης έμενε σιωπηλός και σκεφτικός, δεν πειθόταν εύκολα. Δεν μπορούσε, όμως, και να μην ομολογήσει, πως τα λόγια του αδερφού του τον επηρρεάζανε και τον διαποτίζανε, σαν το διάφανο νερό τοου ποταμού που ποτίζει το διψασμένο χώμα και κάνει το ριζωμένο δέντρο να φουντώνει και να καρποφορεί. Ούτε άλλωστε, ο Θανάσης περίμενε από τον μικρότερο αδερφό του να πάρει μια απόφαση. Αυτός έλεγε το λόγο του κι έσπερνε το σπόρο. Όπως θα τον έσπερνε αργότερα με τους πέντε ανέμους, ώσπου να βγάλει η γη χορτάρι και τα βουνά ελάτια, μ’ ανθρώπινα κεφάλια και κορμιά, μαζί και ψυχές αντρειωμένες.

Σε λίγο θα έφευγε από το κέντρο στρατολογίας της Λαμίας για τη Λάρισα, όπου θα έβαζε μπρος την άμεσα εφαρμογή των αγωνιστικών ιδεών του, κι όπου τον έβγαζε η άκρη. Ο Μπάμπης θα έμενε μόνος στη Λαμία, να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό του, με τον κόσμο των ιδεών του αδερφού του. Ήταν μια δοκιμασία αυτή, που θα κρατούσε μέρες και νύχτες ολόκληρες, καθώς αναπτυσσόταν η σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική διαλεκτική και την ειρηνική ιδιοσυγκρασία.

Ομιλία με στήριξη στον Κορδάτο

Ώσπου, μια μέρα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σχεδόν αθόρυβα, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για το καταστάλαγμα: φέρνοντας το από δω, φέρνοντας το από κει, συμπέραινε ότι δε θα έπρεπε ν’ αρκεστεί στις μεταρρυθμίσεις. Ότι δε θα έπρεπε να μείναι στη μέση του δρόμου. Ότι θα έπρεπε να προχωρήσει ως το τέρμα. Ως τον λυτρωμό του ανθρώπου απ’ όλα τα δεσμά που ο ίδιος δημιούργησε με την κοινωνική του ανέλιξη. Με την ομαδική και προσωπική συμμετοχή του –ευθύνη μαζί και ενοχή. Ότι θα έπρεπε να λύσει ο ίδιος αυτό το πλέγμα ενοχής, που τον βάραινε σαν προπατορικό αμάρτημα. Εδώ σε τούτη τη γη όπου πατούμε και αναπτυσσόμαστε.

Ήταν, άλλωστε, κι ένα θέλγητρο αυτό, που γοήτευε την εφηβική ψυχή και ξάνοιγε τα φτερά της στους άπειρους ορίζοντες του μέλλοντος. Με το ξέφωτο ενός λαμπρού και λαμπερού ήλιου, που καταύγαζε το εξωτερικό και εσωτερικό του σύμπαν. Κι αυτή η σαγηνευτική μεταλλαγή, δεν άργησε –εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα- να εκδηλωθεί και μέσα στο σχολείο του.

Ο καλός τους καθηγητής των Ελληνικών Νικόλαος Κουλούρης που δίδασκε Ιστορία, είχε καθιερώσει και εφαρμόσει το προοδευτικό εκπαιδευτικό σύστημα της μαθητικής αλληλοδιδαχής. Με διαλέξεις – μαθήματα των ίδιων των μαθητών προς τους συμμαθητές τους. Πάνω σε ορισμένα θέματα. Ακόμα και έξω απ’ το καθαρά και τυοικά ιστορικό πλαίσιο. Αρκεί ν’ ανήκανε στον ευρύτερο χώρο του. Τέτοια μαθήματα είχαν κάνει αρκετοί από τους καλύτερους μαθητές για πνευματικά φανερώματα και μορφές του παρελθόντος. Είχε, θυμάται, κάνει κι αυτός στην αρχή του χρόνου, ένα μάθημα – ομιλία για τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν. Αυτούς τους  δυο μεγάλους μουσουργούς του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, που υπεραγαπούσε – ιδιαίτερα τον δεύτερο. Όπου, να σου, στις αρχές του 1926, τον ρωτάει ο Κουλούρης αν θα ήθελα να κάνει ένα μάθημα ιστορίας για την «πολιτική των δυνάμεων μέχρι του 1827 και την εν Ναυαρίνω ναυμαχία». Του φάνηκε σαν να του ήρθε ουρανοκατέβατη η πρόταση και δεν άργησε να την αποδεχτεί. Εκείνες ακριβώς τις μέρες είχε πέσει στα χέρια του το πρόσφατα εκδομένο έργο του Γιάννη Κορδάτου, «Η κοινωνική σημασία της Επανάστασης του 1821» και τον είχε σημαντικά εντυπωσιάσει και επηρεάσει. Ήταν εντελώς διαφορετικά από τα σχολικά βιβλία της ιστορίας και από όσα είχε διαβάσει στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», του Κ. Παπαρρηγόπουλου, που κοσμούσε την πατρική βιβλιοθήκη με τους πέντε χρυσόδετους τόμους. Ιδιαίτερα τον εντυπωσίασαν όσα αναφέρονταν στον φιλελληνισμό και σε λογής-λογής φιλέλληνες, στα τοκογλυφικά δάνεια που είχαν βρει την ευκαιρία να προσφέρουν μερικοί απ’ αυτούς, εκδίδοντας τα στο 52% της αξίας τους και που εξακολουθούσε ακόμα να πληρώνει η καημένη η Ψωροκώσταινά μας ως το 1897, κι έπειτα απ’ αυτό, με τον «Διεθνή Οικονομική Έλεγχο» που τις επιβάλανε «οι προστάτιδες» μεγάλες δυνάμεις. Σπάνιο ορεκτικό το θεώρησε αυτό ο Μπάμπης και δε δίστασε καθόλου να το προσφέρει στους συμμαθητές του, με τ’ άλλα μαζί που βρήκε και είπε για τον φιλελληνισμό. Τον αληθινό, αλλά και τον ψεύτικο, που νοθευόνταν από τη συμφεροντολογική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων. Που ήθελαν η κάθε μια τους να έχει την Ελλάδα εξάρτημα της. Γι’ αυτό και δεν δυσκολεύτηκαν να δημιουργήσουν τα υποτελή τους κόμματα. Να εμποδίσουν την πρόοδο και την ανάπτυξη της. Να την καθυποτάξουν στις ξένες δυναστείες που τις επιβάλανε με την υπο τη μια ή την άλλη μορφή, της επικυριαρχίας τους.

Όταν ήρθε η μέρα κι ακούστηκε αυτό το μάθημα από την έδρα, αυθόρμητα χειροκροτήματα ξέσπασαν απ’ όλους σχεδόν τους μαθητές. Σαν να ανταποκρίνονταν σε μια πρόσφορη πνευματική και ψυχολογική κατάσταση. Και σαν μια θρυαλλίδα που προκαλεί μια έκρηξη. Κανένας τους δε σκέφτηκε ότι βρίσκονταν κάτω από μια δικτατορία. Κανένας δε λογάριασε τις συνέπειες που μπορούσε να έχει μια τέτοια εκδήλωση, με όσα, μάλιστα, λέχτηκαν και ακούστηκαν. Μήτε ο καθηγητής. Ολύμπιος, όπως ήταν, έμεινε νηφάλιος ώσπου σταμάτησε ο θόρυβος. Κι όταν καταλάγιασε η έξαψη, δε δυσκολεύτηκε να πει προς όλους του μαθητές:

  • Πολλά απ’ αυτά που είπε ο συμμαθητής σας, έστω και αν υπερβαίνουν κάπως τα όρια του μαθήματος μας, δεν παύουν να είναι αληθινά και αρκετά διδακτικά. Δεν είναι του παρόντος η επέκταση σε μια ανάλυση τους. Ούτε και σεις πρέπει ν’ αρκεσθείτε μόνο σε όσα ακούσατε από το συμμαθήτη σας. Θα σας δοθεί η ευκαιρία, όταν μεγαλώσετε, να διαβάσετε και άλλα πολλά, παρόμοια ή διαφορετικά. Θα σχηματίσετε έτσι δική σας γνώμη. Μη βιασθείτε να βγάλετε συμπεράσματα. Να μελετάτε, να σκεφτέστε, να κρίνετε, κι έπειτα να εκφέρετε την κρίση σας. Για να είναι η γνώμη σας κρίση ανδρός δικαίου, χρήσιμη στον εαυτό σας, στην πατρίδα, στην κοινωνία, σ’ όλους τους ανθρώπους…

Τον κοιτούσαν οι μαθητές στα μάτια καθώς τους κοίταζε θολά μέσα από τους χοντρούς μυωπικούς φακούς του. Τους είχε συγκινήσει. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι του διαλείμματος…

Posted in Αποσπάσματα από τα βιβλία του Μπάμπη Κλάρα | Tagged , | 1 σχόλιο

Πεζοπορική διαδρομή στα χνάρια του Άρη Βελουχιώτη. Σάββατο 6 Ιουνίου 2015, Δομνίστα Ευρυτανίας.

!Παρακαλούμε πολύ, προκειμένου να οργανωθεί η πεζοπορια συμπληρώστε τις αιτήσεις σύμφωνα με τις οδηγίες που περιγράφονται παρακάτω!

Στις 7 Ιουνίου του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μπήκε στη Δομνίστα εξηγώντας τους στόχους και την ταυτότητα αυτής της πρώτης, ολιγομελούς ομάδας. Δείτε εδώ σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα, αδερφού και συντρόφου του Άρη, όπου περιγράφεται η είσοδος στο χωριό και οι συνομιλίες με τους κατοίκους. Φέτος 70 χρόνια από τον θάνατο του Άρη και 110 από τη γέννηση του επιλέξαμε να τιμήσουμε αυτή την επέτειο με έναν χαρακτήρα ανάτασης, ελπίδας, και χαράς στη Δομνίστα Ευρυτανίας. Θέλουμε να γιορτάσουμε την Ελεύθερη Ελλάδα που «έχτισε» ο ΕΛΑΣ. Θέλουμε να γιορτάσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα των ανταρτών.

Βασιζόμενοι σε αυτές τις σκέψεις αποφασίσαμε ως οικογένεια του Μπάμπη Κλάρα να απευθύνουμε ανοιχτή πρόσκληση για μια πεζοπορική διαδρομή σε όσους θέλουν να τιμήσουν τον Άρη και την Εθνική Αντίσταση στα βουνά. Με αφετηρία τη Δομνίστα, όπου κάθε χρόνο η τοπική κοινότητα τιμά την Εθνική Αντίσταση, το Σάββατο 6 Ιουνίου θα ξεκινήσουμε και θα κατευθυνθούμε προς το γειτονικό χωριό, τους Σταύλους. Αφού φτάσουμε στους Σταύλους και ξεκουραστούμε θα πάρουμε το δρόμο για το γυρισμό.

Μερικές λεπτομέρειες για τη διαδρομή:

Εδώ η διαδρομή σε χάρτη.

Ο δασικός δρόμος που ενώνει Δομνίστα-Σταύλους

Ο δασικός δρόμος που ενώνει Δομνίστα-Σταύλους

Η πεζοπορία μας θα διαρκέσει συνολικά γύρω στις 6 ώρες (3 ώρες πήγαινε, 3 ώρες επιστροφή).

Άποψη του Βελουχιού από τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε

Άποψη του Βελουχιού από τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε

Θα περπατήσουμε σε έναν δασικό δρόμο μέσα στο ελατόδασος που ενώνει τα δυο χωριά. Η διαδρομή είναι πανέμορφη, σχετικά εύκολη, χωρίς ιδιαίτερες υψομετρικές διαφορές, και χωρίς σημεία αυξημένης δυσκολίας ή επικινδυνότητας. Το μόνο που χρειάζεται κανείς είναι να έχει διάθεση να περπατήσει το σύνολο των ωρών που απαιτείται και σχετική πειθαρχία στην τήρηση των κανόνων που διέπουν μια τέτοια πεζοπορία (π.χ. ο  ρυθμός περπατήματος δεν θα έχει ιδιαίτερες αποκλίσεις, τηρούμε τις στάσεις που έχουν κανονιστεί, δεν απομακρυνόμαστε από την ομάδα και δεν ανεξαρτητοποιούμαστε από αυτή όσο είμαστε στο δάσος κ.τ.λ.). Όσοι επιθυμείτε να συμμετάσχετε στην πεζοπορία, συμπληρώστε αυτή τη φόρμα και στείλτε τη μας με mail και τίτλο «Συμμετοχή στη πεζοπορία» στο familyklaras@gmail.com.

Πλησιάζοντας στο χωριό Σταύλοι

Πλησιάζοντας στο χωριό Σταύλοι

Για την πεζοπορία θα χρειαστείτε να έχετε μαζί σας:

πεζοπορος

  1. Παπούτσια πεζοπορίας
  2. Ένα σακίδιο που θα περιέχει:
    • Παγούρι τουλάχιστον 1 lit για νερό
    • Αλμυρή και γλυκιά τροφή (snacks, σοκολάτες, ξηροί καρποί)
    • Μέσα προστασίας από τον ήλιο (καπέλα, αντιηλιακά, γυαλιά ηλίου)
    • Μια αλλαξιά (κάλτσες, μπλούζα)
    • Αδιάβροχο

Μερικές λεπτομέρειες για τη διαμονή:

Στην Δομνίστα και τα γύρω χωριά (Κρίκελο, Σταύλοι) υπάρχουν αρκετά δωμάτια προς ενοικίαση.

Επιπλέον, μετά από συνεννόηση με την τοπική κοινότητα μας παραχωρήθηκαν:

  • το κτίριο του σχολείου για διανυκτέρευση με sleeping bag και υποστρώματα
Το σχολείο της Δομνίστας που έχει παραχωρηθεί από την τοπική κοινότητα για τη διαμονή μας

Το σχολείο της Δομνίστας που έχει παραχωρηθεί από την τοπική κοινότητα για τη διαμονή μας

  • ένας χώρος στην περιοχή Αϊ-Λιας, στην άκρη του χωριού και πίσω από το κτίριο του σχολείου για κατασκήνωση. Η τοποθεσία είναι πανέμορφη.
    Χώρος για τη κατασκήνωση στην άκρή του χωριού, πίσω από το σχολείο

    Χώρος για τη κατασκήνωση στην άκρη του χωριού, πίσω από το σχολείο

    Ο χώρος της κατασκήνωσης από άλλη οπτική

Η παροχή νερού και οι υποδομές τουαλέτας στο σχολείο θα είναι υποστηρικτικές για την κατασκήνωση μας. Όσοι επιθυμείτε να διανυκτερεύσετε μέσα στο κτίριο του σχολείου, είτε να κατασκηνώσετε εκτός θα πρέπει να συμπληρώσετε αυτή τη φόρμα και να μας τη στείλετε με mail και τίτλο «Κατασκήνωση» στο familyklaras@gmail.com.

Μερικές λεπτομέρειες για την μετακίνηση:

Με στόχο την εξυπηρέτηση όσων θέλουν να έρθουν, αλλά δεν έχουν μέσο μετακίνησης και δεδομένου ότι τα ΚΤΕΛ για τα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας είναι ιδιαιτέρως σπάνια (δυο φορές την εβδομάδα) μπορούν όσοι θέλουν να προσφέρουν/ζητήσουν κάποια θέση για συνεπιβάτη σε Ι.Χ. αυτοκίνητο. Σε αυτή την περίπτωση, παρακαλούμε, συμπληρώστε αυτή την φόρμα και στείλτε την με mail και τίτλο «Προσφορά/ζήτηση (ανάλογα με την περίπτωση) … (αριθμός) θέσεων σε Ι.Χ. αυτοκίνητο» στο familyklaras@gmail.com.

Σημειώνουμε ότι η υπεύθυνη οδήγηση και συμπεριφορά των συνεπιβατών στο αυτοκίνητο κατά την διάρκεια του ταξιδιού είναι αυστηρή προϋπόθεση για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα προσφοράς-ζήτησης θέσεων στο αυτοκίνητο.

Posted in Εκδηλώσεις 2015 | Tagged , , , | 7 Σχόλια